Θολώνοντας το τεκμήριο αθωότητας

on . Posted in Δεοντολογία


Tην περασμένη εβδομάδα τα πρωτοσέλιδα των ελληνικών εφημερίδων ήταν γεμάτα με φονικά και φονιάδες. Σταχυολογούμε κάποιους τίτλους της Παρασκευής 20.5.2011: «Οι δολοφόνοι πούλησαν την κάμερα για 120 ευρώ», «Χειροπέδες στους φονιάδες», «Επιασαν τους αδίστακτους φονιάδες», «Αφγανοί οι δολοφόνοι του 44χρονου πατέρα», «Πιάστηκαν οι δολοφόνοι του 44χρονου», «Αφγανοί οι δολοφόνοι του 44χρονου», «Αφγανοί οι δράστες της άγριας δολοφονίας», «Αφγανοί δολοφόνοι για 120 ευρώ».

Στις μέσα σελίδες των εφημερίδων τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Υπήρχαν άρθρα επί άρθρων, κλαυθμός και οδυρμός, για την καταστρατήγηση του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου για απόπειρα βιασμού και ομηρία μιας 32χρονης στην Αμερική. Το επιχείρημα ήταν ότι ένας άνθρωπος (που μπορεί να αποδειχθεί και αθώος) υπέστη την τιμωρία της διαπόμπευσης. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης μετέδωσαν την εικόνα του, ενώ μεταφερόταν σιδηροδέσμιος από το αστυνομικό τμήμα στο δικαστήριο.

Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι «άλλο ο Στρος - Καν κι άλλο δύο ανώνυμοι Αφγανοί μετανάστες». Σωστά· έτσι κι αλλιώς όλοι οι Αφγανοί έχουν το ίδιο χρώμα. Επιπλέον, ο πρώην διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου χάνει πολύ περισσότερα από την είδηση της σύλληψής του, απ’ ό,τι χάνουν δύο μετανάστες από τα βάθη της Ασίας. Αλλά πρέπει να θέσουμε ένα ερώτημα: πότε τα ΜΜΕ καταστρατηγούν το τεκμήριο της αθωότητας; Οταν μεταδίδουν -έστω με εικόνα- ότι κάποιος κατηγορείται για βιασμό, ή όταν εκδίδουν την δικαστική απόφαση «ιδού οι δολοφόνοι του 44χρονου στην οδό Ηπείρου»; Να σημειώσουμε ότι και στις δύο περιπτώσεις οι δημοσιογράφοι δεν έχουν τη δικογραφία, δεν μπορούν να εκτιμήσουν τα πραγματικά στοιχεία και, φυσικά, δεν μπορούν να ξέρουν πέραν πάσης αμφιβολίας ούτε αν ο Στρος - Καν είναι βιαστής ούτε αν οι δύο Αφγανοί είναι δολοφόνοι. Και στις δύο περιπτώσεις, έχουμε κατηγορούμενους και τίποτε περισσότερο.

Στη χώρα της μεγάλης θολούρας, όμως, δεν έχουμε μπερδέψει μόνο το ποιοι αξίζουν αυτό το πολυπόθητο «τεκμήριο», αλλά –όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα– έχουμε μπερδέψει και την έννοια. Το τεκμήριο της αθωότητας νομικά δεν πρέπει να δεσμεύει τα Μέσα Ενημέρωσης· σε όλο τον κόσμο δεσμεύει μόνο τις δικαστικές αρχές. Στην Ελλάδα –πολύ βολικά– έγινε ένα ακόμη όχημα επιλεκτικής λογοκρισίας του Τύπου. Πολλοί χρησιμοποιούν «το τεκμήριο αθωότητας» για να κρύψουν από τη δημοσιότητα δικαστικές έρευνες και κατηγορίες που δεν τους βολεύουν. Ετσι, άλλες φορές επιβάλλεται στα ΜΜΕ η εφαρμογή του και άλλες φορές επιβάλλεται η καταστρατήγησή του. Οπως όλα τα πράγματα στην Ελλάδα, οι κανόνες είναι ελαστικοί: η επιβολή του τεκμηρίου αθωότητας στα ΜΜΕ εξαρτάται από την συγκυρία και ποιον αφορά. Από την μια μεριά έχουμε δικαστικές αποφάσεις που επιβάλλουν σιωπή για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος (για παράδειγμα υπάρχει απόφαση του εφετείου Θεσσαλονίκης που αφορά δημοσιεύματα για προκαταρκτική εξέταση σε βάρος δικαστικών λειτουργών Εφ. Θεσσαλ. 3242/1999), ενώ παράλληλα μεταδίδονται εικόνες κατηγορουμένων να σέρνονται σιδηροδέσμιοι στα δικαστήρια κατά παράβαση του νόμου ν. 3090/ 2002 και μάλιστα στην περίπτωση της «υπόθεσης των κουμπάρων» με την προτροπή υπουργών· «τις χειροπέδες τις είδατε;». Ποιος είπε ότι η θολούρα και η ελαστικότητα στην εφαρμογή των νόμων δεν βολεύει;

Το τεκμήριο αθωότητας είναι μια μεγάλη κατάκτηση του δυτικού πολιτισμού. Είναι μία από τις ασφαλιστικές δικλίδες που έχουν οι πολίτες για τη δίκαιη δίκη τους, αλλά αφορά αποκλειστικά τις διωκτικές και δικαστικές αρχές. Ετσι, σε μια δίκη η αμφιβολία είναι πάντοτε υπέρ του κατηγορουμένου, ενώ σε μια απλή συζήτηση μπορεί να είναι κατά του κατηγορουμένου· «έλα, μωρέ, που δεν το έκανε...». Το ίδιο ισχύει και για τα ΜΜΕ. Ασχετα αν για δεοντολογικούς λόγους δεν πρέπει να αποφαίνονται για την ενοχή ή την αθωότητα κάποιου κατηγορουμένου, ταυτόχρονα δεν μπορεί να απαγορευτεί διά νόμου. Κι αυτό διότι τότε μπαίνουμε στο ναρκοπέδιο της λογοκρισίας, η οποία χρησιμοποιείται από πολλούς για να αποσιωπήσουν θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. «Κι αν ο Στρος - Καν θεωρήσει ότι είναι θιγμένος από τον τρόπο που κάλυψε την υπόθεσή του π.χ. το Fox TV;», μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Υπάρχουν πάντα τα δικαστήρια να προσφύγει. Το κόστος όμως της προληπτικής απαγόρευσης της μετάδοσης μιας υπόθεσης που αφορά όλα τα ΜΜΕ είναι συντριπτικά μεγαλύτερο από το όφελος που πιθανόν (αλλά όχι εξασφαλισμένα) μπορεί να έχει η συμμόρφωση του Fox TV.

Μέγας κλαυθμός υπήρξε και για τη μετάδοση της εικόνας του σιδηροδέσμιου Στρος - Καν «να οδηγείται αξύριστος και ταλαιπωρημένος στο δικαστήριο». Αναπτύχθηκαν θεωρίες περί διαφορετικών αξιών της αμερικανικής Δικαιοσύνης που «παραδειγματίζει διά της διαπόμπευσης των κατηγορουμένων» και φυσικά οι ρηχές κατηγορίες περί «καταστρατήγησης του τεκμηρίου αθωότητας». Κάποιοι μάλιστα αναφέρθηκαν και σε καταστρατήγηση της ιδιωτικότητας του πρώην ισχυρού άνδρα του ΔΝΤ. Το τελευταίο είναι καθαρή ανοησία· σε υποθέσεις που εμπλέκονται δημόσιες αρχές δεν μπορεί να υπάρχει ιδιωτικότητα. Αλλιώς και η δημοσιότητα της δίκης είναι καταστρατήγηση του ίδιου δικαιώματος.

Το πρώτο οφείλεται και πάλι στη θολούρα μεταξύ Δικαιοσύνης και τηλεδικαστηρίων. Η πρώτη, όμως, παράγει πραγματικά αποτελέσματα υπό την έννοια ότι μπορεί να στερήσει την ελευθερία σε κάποιον. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα δεύτερα, όσο απεχθή κι αν είναι. Επηρεάζουν, δε, τη Δικαιοσύνη, όταν αυτή είναι επιρρεπής στην επιρροή. Επομένως, το τσίρκο που στήνουν τα δελτία πρέπει να είναι δεοντολογικά ελεγκτέο, όχι όμως και νομοθετικά. Ο δημοσιογράφος δεν έχει καμιά νομοθετική υποχρέωση να σεβαστεί το «τεκμήριο αθωότητας», αλλά έχει σοβαρή δεοντολογική υποχρέωση. Οχι ως απλή ηθική επιταγή. Η δεοντολογία είναι εργαλείο δουλειάς. Ενας δημοσιογράφος δεν είναι απλώς ένας «κουτός ιμάντας μεταβίβασης πληροφοριών», αλλά ένας επαγγελματίας που κατ’ αρχήν αξιολογεί και κρίνει και κατά δεύτερον μεταβιβάζει αληθείς πληροφορίες. Οι δεοντολογικοί κανόνες δεν είναι ηθικοί. Είναι εργαλειακοί. Για παράδειγμα, ένας δημοσιογράφος που δεν ονοματίζει ποτέ κάποιον κατηγορούμενο για φόνο ως «φονιά» ή «δολοφόνο», δεν το κάνει επειδή θέλει να είναι ηθικός, αλλά γιατί θέλει να προφυλάσσει τα νώτα του. Μπορεί ο κατηγορούμενος να αθωωθεί και ψεύτης στα μάτια του κοινού να βγει ο δημοσιογράφος.

Μεγαλύτερη λογοκρισία ασκεί η ελληνική νομοθεσία στην εικόνα. Ενώ μπορεί κάποιος να περιγράψει σε ένα κείμενο με γλαφυρότητα τη μεταγωγή ενός σιδηροδέσμιου κατηγορούμενου στα δικαστήρια, σύμφωνα με τον νόμο 3090/2002 δεν μπορεί να κάνει το ίδιο πράγμα με μια φωτογραφία. Αυτή η λογοκριτική προτίμηση στην εικόνα σε αντίθεση με το γραπτό λόγο πιθανώς σχετίζεται με το γεγονός ότι οι πολιτικοί βλέπουν περισσότερη τηλεόραση απ’ όσο διαβάζουν. Ισως να οφείλεται και στις υπερβολές της εν Ελλάδι ιδιωτικής τηλεόρασης. Περισσότερο όμως έχει να κάνει με το γεγονός ότι παραμένουν θολές οι έννοιες και της ιδιωτικότητας και του δημοσίου χώρου. Μια ακόμη διάταξη που εκ των πραγμάτων καταστρατηγείται κάθε μέρα από τα ελληνικά ΜΜΕ είναι η νομοθετική ανοησία να ζητείται η συγκατάθεση προσώπων που απεικονίζονται σε μια φωτογραφία ή ένα βίντεο. Δηλαδή, για να δημοσιοποιήσει κάποιος την εικόνα μιας διαδήλωσης τυπικά χρειάζεται την συγκατάθεση 1.000 - 5.000 ατόμων· κάτι που προβλέπεται, αλλά φυσικά δεν γίνεται.

Αυτό που δεν θέλουμε να κατανοήσουμε είναι ότι σε δημόσιο χώρο δεν υπάρχουν ιδιωτικές στιγμές. Από την στιγμή που ο κατηγορούμενος Στρος - Καν οδηγείται στο δικαστήριο από δημόσιες αρχές, μέσω ενός δημόσιου δρόμου, σε ένα δημόσιο δικαστήριο, οποιοσδήποτε πρέπει να έχει το δικαίωμα να τον φωτογραφίσει, να τον κινηματογραφήσει ή να τον ζωγραφίσει· άσχετα αν είναι ξυρισμένος ή αξύριστος, ταλαιπωρημένος ή κουρασμένος.

Στη χώρα της μεγάλης θολούρας δυστυχώς οι νόμοι είναι δρακόντειοι αλλά εφαρμόζονται επιλεκτικά. Ολοι δημοσιεύουν φωτογραφίες από δημόσιους χώρους με πρόσωπα από τα οποία δεν έχουν ζητήσει την συγκατάθεσή τους. Κι αυτό είναι φυσιολογικό: δεν μπορείς, για παράδειγμα, να φωτογραφίζεις την πλατεία Συντάγματος και για να δημοσιεύσεις τη φωτογραφία να ζητάς τη γραπτή συγκατάθεση όποιου τυχαίνει να περνά εκείνη την ώρα κι αποτυπώνεται στην φωτογραφία.

Χειρότερο, δε, και από την μη εφαρμογή του νόμου είναι η επιλεκτική εφαρμογή του. Ετσι, στην «υπόθεση των κουμπάρων» το 2005, ο νόμος περί δημοσιοποίησης φωτογραφιών των κατηγορουμένων καταστρατηγήθηκε με υπουργική προτροπή («τις χειροπέδες τις είδατε;») και δικαστική σιωπή. Το 2006, όμως, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών καταδίκασε ένα δημοσιογράφο και έναν εικονολήπτη για παραβίαση του νόμου που απαγορεύει την βιντεοσκόπηση κατηγορουμένων εκτός δικαστηρίου επειδή έπαιρναν δηλώσεις έξω από το γραφείο της Εισαγγελίας από Αλβανό υπήκοο, ο οποίος κατηγορείτο για πρόκληση τροχαίων ατυχημάτων. Το αστείο, δε, είναι ότι ο κατηγορούμενος είχε συναινέσει να δώσει τηλεοπτική συνέντευξη. Παρ’ όλα αυτά, ο δικαστής αποφάσισε να τον προστατεύσει παρά την θέλησή του, σε αντίθεση με τους «κουμπάρους» που δεν υπήρξε καμία προστασία επειδή η συγκυρία βόλευε την τότε κυβέρνηση.

Εγκαλούν, λοιπόν, τα ελληνικά ΜΜΕ (που βαφτίζουν «δολοφόνους» τους κατηγορουμένους για δολοφονία) για παραβίαση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας τα αμερικανικά ΜΜΕ επειδή έδειξαν μια πτυχή της πραγματικότητας, δηλαδή τον κατηγορούμενο –όπως τον αποκαλούν– Ντομινίκ Στρος - Καν σε μια δημόσια υπόθεση. Αυτό που πρέπει να κάνουν τα ΜΜΕ είναι να μεταδώσουν όσο πιο αντικειμενικά και ολοκληρωμένα μπορούν ό,τι συμβαίνει. Γι' αυτόν τον λόγο και την εικόνα πρέπει να μεταδίδουν, αλλά και να χαρακτηρίζουν τον κατηγορούμενο, «κατηγορούμενο» και ουχί βιαστή ή δολοφόνο.

 

Διαβάστε

- Γεώργιος Κάβουρας, «Το τεκμήριο αθωότητας», εκδ. Σάκκουλας

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 29.5.2011