Οι αυθαίρετες αποφάσεις

on . Posted in Παιδεία

Αν είναι εύλογες οι αιτιάσεις του κ. Αλέξη Τσίπρα ότι «δυσαρεστήθηκε η Ν.Δ. με το εκλογικό αποτέλεσμα στην Αχαΐα, αλλά δεν περίμενα ότι θα έσπευδε να τιμωρήσει έναν ολόκληρο Νομό...» καταργώντας τη νεοσύστατη Νομική Σχολή στην Πάτρα, τότε είναι εύλογη και η αντιστροφή τους. Μπορούμε κάλλιστα να πιστέψουμε ότι η ίδρυση αυτής της σχολής έγινε για να πετύχει ο ΣΥΡΙΖΑ το καλό εκλογικό αποτέλεσμα της Αχαΐας. Ετσι κι αλλιώς, οι δίκες προθέσεων είναι αυθαίρετες και διπλής κατεύθυνσης.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα δύο κόμματα τσακώνονται σε ξένο αχερώνα. Η ίδρυση μιας ακόμη νομικής σχολής έπρεπε να είναι θέμα της ακαδημαϊκής κοινότητας και των φοιτητών που θα την επέλεγαν. Αν υπάρχει ζήτηση για εκπαίδευση επιπλέον δικηγόρων σε μια χώρα που έχει τριπλάσιους από την (ιδίου πληθυσμού) Πορτογαλία, διπλάσιους (αναλογικώς) από τη Γερμανία και υπερτετραπλάσιους (αναλογικώς) από τη Γαλλία, ας γίνει και τρίτη και τέταρτη και πέμπτη σχολή. Αλλά υπό περισσότερες προϋποθέσεις, από αυτές που βάζει με την ανακοίνωσή του ο βουλευτής Αχαΐας κ. Γιώργος Παπανδρέου.

Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εστιάζει την κριτική του «στις υπουργικές αποφάσεις που συντεχνιακά αποφασίζουν κάθε φορά ποιος θα σπουδάσει πού». Ρωτά «γιατί δεν επιτρέπουμε στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα να καθορίσουν εκείνα τα προγράμματα σπουδών τους σύμφωνα με τις ανάγκες που εκείνα εντοπίζουν, ανά γνωστικό αντικείμενο και ανάλογα και με τις τοπικές αναπτυξιακές ανάγκες και ιδιαιτερότητες;» και «γιατί συνεχίζουμε να αποτρέπουμε την αυτονόητη αξιολόγηση τέτοιων ιδρυμάτων – από την πολιτεία αλλά και τους φοιτητές, που θα λειτουργούν με ελευθερία και διευρυμένη βάση δυνητικών σπουδαστών και από το εξωτερικό δημιουργώντας έσοδα από δίδακτρα για τα ΑΕΙ μας, όπως γίνεται σήμερα στην Κύπρο;». Επισημαίνει δε ότι η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα «οφείλει να καθορίσει τη θέση μας για τη Νομική Πατρών (...) Και εφόσον αυτό θέλει το Πανεπιστήμιο Πάτρας και η κεντρική κυβέρνηση αρνείται αυτήν την ελευθερία, ας αποφασίσει η Περιφέρεια να χρηματοδοτήσει την ιδρυομένη Νομική Σχολή για ένα χρονικό διάστημα έως ότου εδραιωθεί και μπορέσει να σταθεί στα δικά της πόδια». (14.7.2019)

Αυτό είναι το λογικό. Τα πανεπιστήμια εξωτερικού, που όλοι θαυμάζουμε, δεν ρωτούν κανέναν, ούτε περιμένουν ειδική άδεια από την κυβέρνηση, για να δημιουργήσουν ένα νέο τμήμα. Βλέπουν καλύτερα από κάθε υπουργό Παιδείας προς τα πού κινείται η επιστήμη, ζυγίζουν τα υπέρ και τα κατά για την ίδρυση μιας νέας σχολής, βρίσκουν πηγές χρηματοδότησης –κρατικές, τοπικές, ιδιωτικές– και αρχίζουν να ανταγωνίζονται για την προσέλκυση φοιτητών. Αντιθέτως στην Ελλάδα η ανάπτυξη της ανώτατης παιδείας είναι η συνισταμένη των πολιτικών επιδιώξεων. Είναι προϊόν κεντρικού σχεδιασμού (κάτι σαν τα πενταετή πλάνα της ΕΣΣΔ) που μετρούν –με ποιον τρόπο άραγε;– τις μελλοντικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, ή ακόμη χειρότερα με ψηφοθηρική στόχευση. Η ακαδημαϊκή κοινότητα συμμετέχει ελάχιστα στη διαδικασία. Οι πρυτάνεις των ΑΕΙ (όπως του Πανεπιστημίου Πατρών) όπου είναι να φτιαχτούν τα νέα τμήματα πιέζουν τον/την υπουργό για τη γρήγορη δημιουργία τους, οι πρυτάνεις (όπως του Δημοκρίτειου) που πιθανώς θα χάσουν φοιτητές πιέζουν για το αντίθετο. Πολύ φυσιολογικό, αφού άλλος πληρώνει –χωρίς μάλιστα να αξιολογεί– και τους μεν και τους δε.

Στις ορθές επισημάνσεις του κ. Παπανδρέου για «ανταγωνιστικά, ανοιχτά, ελεύθερα, αποκεντρωμένα και αξιολογούμενα πανεπιστήμια», που θα καθορίζουν τα προγράμματα σπουδών τους, πρέπει να προστεθούν άλλες δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι τα κουπόνια εκπαίδευσης, ένας επιπλέον και καλύτερος μηχανισμός αξιολόγησης των πανεπιστημιακών τμημάτων. Το κράτος, που οφείλει να επενδύει στην κατάρτιση των πολιτών του, αντί να χρηματοδοτεί απευθείας τα ΑΕΙ μπορεί να χρηματοδοτεί τους φοιτητές που θα επιλέγουν το τμήμα της αρεσκείας τους. Ετσι θα μπορούσαν να επιλέξουν τη Νομική Πατρών ή και όχι. Η ύπαρξή της ή η κατάργησή της δεν θα εξαρτάτο από τα κέφια ή τους ψηφοθηρικούς σχεδιασμούς των κυβερνήσεων, αλλά από την ίδια την αγορά και οι υπουργοί θα γλίτωναν έναν επιπλέον πονοκέφαλο. Αντί να κατηγορούνται ότι φτιάχνουν σχολές για να επιβραβεύσουν τους ψηφοφόρους τους ή τις καταργούν για να τους τιμωρήσουν, θα έκαναν καμιά σοβαρότερη δουλειά από τις πολλές που έχουν να κάνουν.

Η ζήτηση όμως για τις επιμέρους σχολές εξαρτάται από τη ζήτηση στην αγορά εργασίας, μια ακόμη διαδικασία που ο κεντρικός σχεδιασμός στρεβλώνει. Υπάρχει κατ’ αρχήν η τεχνητή ζήτηση που δημιουργεί διά νόμου το κράτος για διάφορες άχρηστες υπηρεσίες, προκειμένου να ζήσουν οι χιλιάδες δικηγόροι, μηχανικοί κ.λπ. Οπως εξήγησε ο κ. Αρίστος Δοξιάδης στο βιβλίο του «Το αόρατο ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία» (εκδ. Ικαρος), «Το ελληνικό κράτος προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανές όσο το δυνατόν περισσότερες παλιές “καλές” δουλειές, αντί να βοηθάει να υπάρξουν νέες. Συγκεκριμένα, ο κύκλος λειτουργούσε κάπως έτσι: Επειδή δεν υπήρχε αρκετή προσφορά καλών θέσεων εργασίας σε επιχειρήσεις, οι μεσοαστικές και μικροαστικές οικογένειες προτιμούσαν να πάνε τα ικανά παιδιά στις πανεπιστημιακές σχολές των ελεύθερων επαγγελμάτων. Το κράτος, για να ικανοποιήσει την κοινωνική απαίτηση αυτού του πολιτικά ισχυρού στρώματος, δημιουργούσε νέες θέσεις σε τέτοιες σχολές. Οταν όλοι αυτοί έμπαιναν στην αγορά εργασίας, τα πολιτικά ισχυρά μεσαία στρώματα απαιτούσαν να έχουν ένα καλό επίπεδο διαβίωσης. (...) Ο μόνος τρόπος για να ζήσουν καλά όλοι αυτοί ήταν να κρατιέται τεχνητά ψηλά η δαπάνη για τις υπηρεσίες τους. Εδώ πάλι έπαιζε καθοριστικό ρόλο το κράτος. Είτε ορίζοντας υψηλό περιθώριο κέρδους (φαρμακεία), είτε υποχρεώνοντας τον πολίτη να πληρώνει άχρηστες υπηρεσίες (δικηγόροι), είτε αφήνοντας να δημιουργείται “προκλητή ζήτηση” (γιατροί), είτε σπαταλώντας πόρους για να στηριχθούν κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις (Τύπος και δημοσιογράφοι, εργολήπτες μηχανικοί)». Συνεπώς η μεγάλη ζήτηση για νομικές σπουδές οφείλεται στην τεχνητή ζήτηση που δημιουργεί το κράτος επιβαρύνοντας όλους τους πολίτες με άχρηστες για τους ίδιους αλλά υποχρεωτικές για όλους νομικές υπηρεσίες.

Το κεντρικό κράτος δημιουργεί επίσης τεχνητή ζήτηση με τις αθρόες προσλήψεις «αδιόριστων εκπαιδευτικών»· άλλη ελληνική πατέντα κι αυτή. Αντί τα κατά τόπους σχολεία, μαζί με τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, να προσλαμβάνουν τους διδάσκοντες που χρειάζονται, τους διορίζει χονδρικώς ο υπουργός αφήνοντας χώρο για ρουσφέτια και παρατυπίες. Το 2010 η κ. Αννα Διαμαντοπούλου αποκάλυψε ότι σε ένα μόνο σχολείο της Κοζάνης βρέθηκαν 19 υπεράριθμοι γυμναστές! Και την ίδια περίοδο στην Αθήνα γίνονταν διαδηλώσεις για την «κάλυψη των κενών στα σχολεία». Τα ’χουν αυτά –κι άλλα πολλά– οι συγκεντρωτικές αποφάσεις...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 21.7.2019