Η «μαύρη κερδοσκοπία»

on . Posted in Αγορά


Mε το πετρέλαιο σταθερά πάνω από 70 δολάρια το βαρέλι και με προβλέψεις ότι θα φτάσει τα 100, εξίσου εκρηκτική με την άνοδο του «μαύρου χρυσού» είναι η συζήτηση περί «μαύρης κερδοσκοπίας» και μάλιστα διεθνούς.

Ετσι η πολύπλοκη λειτουργία των αγορών αντικαταστάθηκε με μια χιλιοπαιγμένη θεωρία συνωμοσίας, που θέλει κάποιους σκοτεινούς κερδοσκόπους να οδηγούν τις διεθνείς τιμές των προϊόντων στα ύψη, στραγγαλίζοντας τις μικρές και γονατίζοντας τις ισχυρές οικονομίες του πλανήτη.

Οι θεωρίες συνωμοσίας βέβαια είναι καλές γιατί μας απαλλάσσουν από το βάρος της επιπλέον σκέψης, αλλά ουδόλως είναι χρήσιμες αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά προβλήματα και όχι να βγάλουμε το γινάτι μας για τον καπιταλισμό.

Κατ' αρχήν πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ο όρος «κερδοσκόπος» παραπέμπει σε κάτι σκοτεινό, αλλά δεν εξηγεί πολλά. Το κέρδος έχουν σκοπό όλοι οι επιχειρηματίες. Μικροί και μεγάλοι. Περιπτερούχοι και ιδιοκτήτες πετρελαϊκών εταιρειών. Το κέρδος έχουν σκοπό μέχρι και οι πολίτες που πλημμυρίζουν την αγορά την περίοδο των εκπτώσεων.
Είναι όλοι αυτοί κερδοσκόποι; «Οχι», μπορεί να απαντήσει κάποιος, «μόνο οι μεγάλοι».

Πόσο μεγάλοι όμως πρέπει να είναι κάποιοι για να χρισθούν κερδοσκόποι; Και ποιο είναι το μέτρο μέτρησης;

Αν πάρουμε ως μέτρο το ποσοστό κέρδους προκύπτουν αντιφάσεις. Πολλά μαγαζιά πέριξ του Κολωνακίου δουλεύουν με μεγαλύτερα ποσοστά από την Exxon και τη Shell. Είναι μεγαλύτεροι κερδοσκόποι οι ιδιοκτήτες μιας καφετέριας από τους πετρελαϊκούς κολοσσούς;

Αν πάλι πάρουμε το ποσοτικό μέγεθος των κερδών κάποιος πρέπει να μας υποδείξει το κατώφλι. Από τις πόσες χιλιάδες ευρώ και κάτω είναι η επιχειρηματική δράση, από ποιο ποσό και πάνω αρχίζει η κερδοσκοπία;

Τα παραπάνω δεν είναι νοητική άσκηση. Οι θολοί ορισμοί κάνουν τον κακό διάλογο. Αν δεν ξεκαθαρίσουμε τι είναι κερδοσκοπία δεν ξέρουμε τι να στηλιτεύσουμε και από ποιους να προστατευτούμε. Μπορεί δηλαδή να στοχεύσουμε την κερδοσκοπία και τελικά να τραυματίσουμε την επιχειρηματική δράση. Και στην Ελλάδα συνήθως αυτό κάνουμε...
Μεγάλη κριτική γίνεται για τις «μελλοντικά συμβόλαια» προϊόντων ή «futures» όπως βαφτίστηκαν στη νεοελληνική. Απαντες τα θεωρούν ένα εργαλείο διεθνούς τζόγου με το οποίο οι αντίστοιχοι Σόρος των αγορών εμπορευμάτων «κερδοσκοπούν» (ό,τι κι αν τελικά σημαίνει αυτό) σε βάρος των αδυνάτων οικονομιών του πλανήτη.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι τα «futures» είναι πρώτα ένα πολύτιμο εργαλείο παραγωγής και μετά άσος στο χρηματιστηριακό παίγνιο. Με αυτά οι επιχειρήσεις εξασφαλίζουν πρώτες ύλες για το μέλλον σε προβλεπτές τιμές. Μια εταιρεία παραγωγής κοσμημάτων για παράδειγμα αγοράζει από φέτος τον χρυσό που θα χρησιμοποιήσει (και θα της παραδοθεί) του χρόνου, γνωρίζοντας -αν μη τι άλλο- τι της ξημερώνει.

Αλλά και ολόκληρες χώρες, όπως η Κίνα αγοράζουν δικαιώματα μακροπρόθεσμης εκμετάλλευσης πετρελαίου σε χώρες όπως το Σουδάν, το Ιράν, η Μπούρμα κ.ά. ώστε να προγραμματίσουν την περαιτέρω ανάπτυξή τους.

Φυσικά πρώτες ύλες δεν προαγοράζουν μόνο οι παραγωγοί. Υπάρχουν και οι έμποροι αυτών των συμβολαίων. Είναι χρηματιστές που υπολογίζουν ότι η τιμή κάποιου προϊόντος θα ανέβει. Χονδρικά θα λέγαμε ότι αυτοί καπαρώνουν από τώρα μια ποσότητα που θα παραχθεί στο μέλλον, την οποία θα πουλήσουν (όπως υπολογίζουν) σε υψηλότερη τιμή. Βέβαια η τιμή τότε μπορεί να είναι χαμηλότερη και να χάσουν (σ' αυτήν την περίπτωση ίσως είναι καλύτερο να μιλάμε για... «ζημιοσκόπους»), αλλά αυτό εμπίπτει στο ρίσκο που παίρνουν.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε όμως ότι στο τέλος της ημέρας υπάρχει πάντα η πραγματική οικονομία. Αν δηλαδή κάποιος επενδυτής αγοράσει μια μελλοντική ποσότητα πετρελαίου, αυτή θα μπει στην πραγματική αγορά. Κι επειδή ο ίδιος αποκλείεται να την χρησιμοποιήσει, θα την πουλήσει σε πραγματικούς παραγωγούς σε τιμή είτε υψηλότερη, είτε χαμηλότερη από αυτή που την αγόρασε.

Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές του πετρελαίου δεν διαμορφώνονται μακροχρόνια από την «κερδοσκοπία», αλλά από την πραγματική ζήτηση. Προβλέποντας ορθώς μεγαλύτερη ζήτηση κάποιοι μπορεί να κερδίσουν, αλλά είναι οι πραγματικές ανάγκες για ένα προϊόν που τελικά θα ορίσουν τις τιμές. Ασχέτως των προβλέψεων που κάποιοι κάνουν...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 29.4.2006