Της φυλακής τα σίδερα

on . Posted in Αγορά


Από τον πρωτοσέλιδο τίτλο μιας αντιπολιτευόμενης εφημερίδας («Φυλακή τέλος για τους κερδοσκόπους») αντιληφθήκαμε ότι μέχρι να περάσει το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης, άπαντες κινδυνεύουμε να βρεθούμε πίσω από τα σίδερα. Κι αυτό γιατί, όλοι όσοι ενεργούν οικονομικά (είτε είναι εργαζόμενοι είτε έχουν μπακάλικο είτε μεγαλοεπιχειρούν) σκοπό έχουν το κέρδος. Ουδείς επιχειρεί έχοντας ως σκοπό τη ζημία και κανείς δεν εργάζεται για χόμπι. Ολοι μας κάτι να κερδίσουμε θέλουμε. Πόσο; Οσο περισσότερο ο καθένας μπορεί. Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν λίγες ώρες την εβδομάδα (π.χ. τραγουδιστές) και κερδίζουν μερικά χιλιάρικα τη βραδιά και υπάρχουν άλλοι που έχουν ετήσιο εισόδημα όσο το μεροκάματο ενός τηλεαστέρα.

Κάποιοι μπορεί να ισχυριστούν ότι οι τραγουδιστές, τηλεαστέρες και πετυχημένοι επιχειρηματίες δεν κερδοσκοπούν όπως όλοι μας, αλλά αισχροκερδούν. Να το δεχθούμε, αλλά κάποιος πρέπει να μας εξηγήσει πού τελειώνει το κέρδος και πού αρχίζει το αίσχος. Διότι αν είναι να φυλακιστεί κάποιος για αισχροκέρδεια πρέπει να ξέρει ποιο είναι το νόμιμο ποσοστό κέρδους: 10%; 15%; 22,34%;

Στο ρεπορτάζ της εφημερίδας διαβάζουμε ότι το υπερβολικό κέρδος δεν θα τιμωρείται από τούδε και στο εξής με φυλάκιση, αλλά με πρόστιμο 2.000 ευρώ. Δεν ορίζεται ακριβώς ποιο είναι το «υπερβολικό κέρδος», αν και συνήθως στην Ελλάδα υπερβολικό είναι το κέρδος του διπλανού.

Αυτό σημαίνει ότι ο κ. Σάκης Ρουβάς πρέπει να μεταναστεύσει (αν ισχύουν όσα θρυλούνται για το μεροκάματό του) και ο κ. Τζιοβάνι Αρμάνι πρέπει να αποφύγει τη χώρα μας. Ο τελευταίος, σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη και τη νομοθετική πρακτική, αισχροκερδεί ασύστολα: κάθε κοστούμι του πρέπει να κοστίζει σε υλικά και εργατικά περί τα 100 ευρώ και το πουλάει από 1.000 μέχρι 2.000 ευρώ. Εκ των πραγμάτων δηλαδή, της φυλακής τα σίδερα είναι για τον Αρμάνι.

Στον Μεσαίωνα οι μορφωμένοι (καλόγεροι στη συντριπτική τους πλειοψηφία) έψαχναν να βρουν τη «δίκαιη τιμή» των λιγοστών τότε προϊόντων που εμπορεύονταν οι άνθρωποι.

Με τον καιρό και την πρόοδο όλοι ?πλην των Ελλήνων πολιτικών και δημοσιογράφων? απεδέχθησαν πως η αναζήτηση της «δίκαιης τιμής» είναι μάταιος κόπος. Κατάλαβαν πως αυτή διαμορφώνεται καθημερινά στην αγορά. Αν κάποιος αγοράσει ένα στυλογράφο έναντι ενός ευρώ σημαίνει ότι θεωρεί την τιμή δίκαιη και γι' αυτό κάνει τη συναλλαγή. Αν τον θεωρεί ακριβό ?άρα την τιμή άδικη? δεν τον αγοράζει. Η ίδια η συναλλαγή μεταξύ συναινούντων ενηλίκων ορίζει τη δίκαιη τιμή.

Το ζήτημα όμως είναι η ποινικοποίηση του κέρδους, διά του προσχήματος της υπερβολής. Είναι άλλο η δίωξη όσων εξαπατούν τον καταναλωτή (κλέβουν στο ζύγι, παραπλανούν με τη διαφήμιση κ.λπ.) ή συμπτύσσουν καρτέλ και μονοπώλια και διαφορετικό να ποινικοποιείται η ελεύθερη ανταλλαγή.

Αν, δηλαδή, κάποιος θέλει να πουλήσει τις τομάτες προς δέκα ευρώ το κιλό και βρει αγοραστές, τότε το κράτος δεν έχει κανένα λόγο να παρέμβει. Οι ίδιοι οι αγοραστές αποποινικοποιούν το υπερβολικό κέρδος του πωλητή, αφού προτιμούν το προϊόν του.

Το νομοσχέδιο, λοιπόν, του υπουργείου Ανάπτυξης κινείται προς την ορθή κατεύθυνση. Απλώς έπρεπε να αποποινικοποιήσει πλήρως το κέρδος και να κάνει πιο αυστηρές τις ποινές σε εκείνους τους επιτήδειους που κλέβουν πραγματικά τον καταναλωτή, πουλώντας του άλλα αντί άλλων ή παραπλανώντας τον με τις τιμές ή την ποιότητα των προϊόντων.

Οι απατεώνες πρέπει να τιμωρηθούν. Οι κερδοσκόποι όχι, διότι κερδοσκόποι είμαστε όλοι μας...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 15.12.2006