Τα βιοκαύσιμα, οι αγορές και η πείνα

on . Posted in Αγορά


To 2002, την εποχή που διάφοροι οικολογίζοντες και άλλοι αριστεροί ούρλιαζαν ότι τα κράτη «κάτι πρέπει να κάνουν επιτέλους, για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και να προωθήσουν τα βιοκαύσιμα» ο Εντουαρτ Κρέιν (πρόεδρος του νεοφιλελεύθερου Cato Institute) και ο Καρλ Ποπ (διευθυντής της οικολογικής οργάνωσης Sierra Club) τόνιζαν με κοινό τους άρθρο ότι «αν μια τεχνολογία είναι οικονομικά αποδοτική δεν χρειάζεται κρατικές επιδοτήσεις. Αν μια τεχνολογία δεν είναι αποδοτική κανένα ποσό επιδοτήσεων δεν πρόκειται να την κάνει αποδοτική». Το ενεργειακό νομοσχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης, όμως, υπερψηφίστηκε επειδή ήταν πολιτικά αποδοτικό. Φυσικά, οι νεοσυντηρητικοί του Λευκού Οίκου, δεν διακρίνονται για τις οικολογικές της ανησυχίες. Το ενεργειακό νομοσχέδιο με πρόσχημα την οικολογία πετύχαινε πολλά τρυγόνια: επιδοτούσε τους αγρότες (ψηφοφόρους) σε εποχές που οι τιμές των δημητριακών ήταν χαμηλά, κολάκευε τους συντηρητικούς κύκλους της Ουάσιγκτον που διαρκώς ανησυχούν για την ενεργειακή αυτονομία της χώρας των και πέρασε και μερικές φοροαπαλλαγές για κάθε ενεργειακό τομέα (πυρηνικά, άνθρακα κ.λπ.)

Τα βιοκαύσιμα είναι το αρνητικό τζακ ποτ της κρατικής παρέμβασης. Και δεν βοηθούν το περιβάλλον, και απομυζούν χρήματα των φορολογουμένων και στρέβλωσαν την αγορά των δημητριακών. Φυσικά δεν δημιουργούν πείνα, όπως ισχυρίζονται πολλοί (είναι ελάχιστη ακόμη η παραγωγή τους), αλλά δημιουργούν προσδοκίες κερδών. Με την τιμή του πετρελαίου να ανεβαίνει ταχύτατα πολλοί ποντάρουν κερδοσκοπικά στα ενεργειακά φυτά με αποτέλεσμα να εκτινάσσονται οι τιμές των προθεσμιακών συμβολαίων.

Οι τιμές στην πραγματική αγορά ελάχιστα ορίζονται από τα βιοκαύσιμα. Απόδειξη αυτού είναι η τιμή της ζάχαρης. Παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα βιοκαύσιμα παράγονται από ζάχαρη (η Βραζιλία έχει το 34% της παγκόσμιας παραγωγής) η τιμή της πέρυσι μειώθηκε. Αντιθέτως, η τιμή του ρυζιού (που δεν χρησιμοποιείται στην παραγωγή βιοκαυσίμων) τριπλασιάστηκε μέσα σε λίγους μήνες: από 375 δολ./τόνο τον Ιανουάριο σε 1.000 δολ./τόνο τον Απρίλιο. Η αύξηση της τιμής οφείλεται στην ξηρασία στην Αυστραλία που μείωσε την παραγωγή των 1,3 εκατομμυρίων τόνων σε αυτή τη χώρα κατά 98%! Και αυτού του κακού μύρια κυβερνητικά μέτρα ελήφθησαν. Πολλές μεγαλοπαραγωγές χώρες (όπως το Βιετνάμ, Ινδία, Φιλιππίνες κ.ά.) αποφάσισαν να περιορίσουν τις εξαγωγές ρυζιού. Το αποτέλεσμα του κρατικού προστατευτισμού ήταν η περαιτέρω άνοδος των τιμών.

Ο βασικότερος όμως και πιο μεσοπρόθεσμος παράγων αύξησης της τιμής των τροφίμων είναι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου μεγάλων χωρών του Τρίτου Κόσμου. Η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία αποτελούν το μισό σχεδόν του παγκόσμιου πληθυσμού. Η ανάπτυξη -ειδικά της Κίνας- δημιουργεί όλο και μεγαλύτερες ανάγκες σε τρόφιμα και αλλάζει τις διατροφικές συνήθειες. Κάποτε στην Ελλάδα λέγαμε ότι θα λύναμε όλα μας τα οικονομικά προβλήματα αν μπορούσαμε να πουλήσουμε από ένα πορτοκάλι στα 1,3 δισεκατομμύρια των Κινέζων. Δυστυχώς όμως αυτοί προτιμούν το κρέας. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων η κατά κεφαλήν κατανάλωση κρέατος αυξήθηκε την περίοδο 1990-2006 κατά 140% στην Κίνα, κατά 20% στην Ινδία και κατά 70% στη Βραζιλία. Αν υπολογίσουμε ότι για την παραγωγή ενός κιλού κρέατος απαιτούνται κατά μέσο όρο 5 κιλά δημητριακών, μπορούμε να φανταστούμε πως αυτή η τρομακτική άνοδος της ζήτησης πιέζει προς τα πάνω τις τιμές.

Καλώς ή κακώς η απελευθέρωση των οικονομιών στη Νοτιοανατολική Ασία φέρνει ευημερία σε δισεκατομμύρια ανθρώπους. Η ευημερία δημιουργεί κατανάλωση και η αυξημένη κατανάλωση ανεβάζει τις τιμές. Εστω βραχυχρόνια: οι αυξημένες τιμές κάνουν συμφέρουσες οικονομικά άλλες λύσεις και οι άνθρωποι υποκαθιστούν προϊόντα ή εφευρίσκουν νέους τρόπους εξοικονόμησης πόρων.

Δεν είναι εύκολη διαδικασία και πολλές φορές χρειάζεται άμεση παρέμβαση κρατικών και κοινωνικών δομών για να διορθωθούν ακραίες καταστάσεις (π.χ. πείνας) σε κάποιους πληθυσμούς. Καταστροφική όμως είναι η κρατικοπαρεμβατική πολιτική που θέλει να ποδηγετεί τις αγορές προς δήθεν κοινωνικούς στόχους. Αυτό δεν αποδεικνύεται μόνο από την παταγώδη αποτυχία όλων των κομμουνιστικών καθεστώτων (ποιος ξεχνά τους λιμούς στην ΕΣΣΔ ή την Κίνα;), αλλά αν κοιτάξουμε σε ποιες χώρες ξέσπασαν ταραχές για την τωρινή άνοδο της τιμής των τροφίμων θα διαπιστώσουμε ότι όλες αποτελούν τον ανθό της οικονομικής ανελευθερίας. Σύμφωνα με το «Index of Economic Freedom» η Αίγυπτος βαθμολογείται με 59,2 βαθμούς οικονομικής ελευθερίας, Αϊτή με 49,8, Μπαγκλαντές 44,9, Καμπότζη 56,2, για να μην αναφερθούμε στην Υεμένη, Αιθιοπία κ.λπ. Το γεγονός ότι αγορές τροφίμων σε αυτές τις χώρες ρυθμίζονται διά διαταγμάτων δεν έχει ως μόνο αποτέλεσμα την πείνα, αλλά μεταμορφώνει μια οικονομική διαταραχή σε αιματηρό πολιτικό πρόβλημα.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων αυξημένες τιμές των δημητριακών οδηγούν φέτος σε αύξηση της παραγωγής των κατά 5%. Ακόμη και οι Ελληνες αγρότες -που, λόγω των κοινοτικών επιδοτήσεων, δεν φημίζονται για την ευελιξία τους- κινητοποιούνται. Η καλλιέργεια σιτηρών στον θεσσαλικό κάμπο είναι αυξημένη κατά 20%-30% σε σχέση με πέρυσι, ενώ η Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας εκτιμά ότι θα συγκεντρώσει 100.000 τόνους έναντι 30.000 τόνων το 2006. Φυσικά δεν το κάνουν για να λύσουν το επισιτιστικό πρόβλημα της ανθρωπότητας, αλλά όπως δήλωσε ο πρόεδρος της ΕΑΣ Λάρισας κ. Αθ. Κοκκινούλης γιατί υπολογίζουν να πουλήσουν προς 40 λεπτά/κιλό έναντι 28 πέρυσι («Βήμα» 25/4/2008). Μόνο στην Αργεντινή δεν θα αυξηθεί η παραγωγή. Η απαγόρευση των εξαγωγών κράτησε τις τιμές χαμηλά με αποτέλεσμα κανένας αγρότης να μην έχει κίνητρο να σπείρει περισσότερο.

Η άλλη κρίση των τροφίμων

Το ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού Time στις 11 Νοεμβρίου 1974 είχε τον ίδιο τίτλο με όσα διαβάζουμε σήμερα στον Τύπο: «Η παγκόσμια κρίση των τροφίμων». Τα επιχειρήματα ήταν απαράλλαχτα. «Τα παγκόσμια αποθέματα δημητριακών έφτασαν στο χαμηλότερο επίπεδο των 22 τελευταίων ετών και φτάνουν για 26 ημέρες έναντι 95 ημερών που ήταν το 1961... Οι κυβερνήσεις Αιθιοπίας, Νιγηρίας και Ταϊλάνδης ανατράπηκαν ενώ ταραχές έχουν ξεσπάσει σε περιοχές του Μπαγκλαντές και της Ινδίας». Σύμφωνα με το περιοδικό εκείνης της εποχής η κρίση των τροφίμων «οφείλεται στους δύσκολους χειμώνες, στις ξηρασίες και τους τυφώνες που έπληξαν την Σοβιετική Ενωση, την Αργεντινή, την Αυστραλία, τις Φιλιππίνες και την Ινδία... Η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων έπεσε για πρώτη φορά τα τελευταία είκοσι χρόνια κατά 33 εκατομμύρια τόνους -από τους 1.200 εκατομμύρια τόνους- ενώ η αύξηση του πληθυσμού απαιτεί επιπλέον 24 εκατομμύρια τόνους».

Για τους επιστήμονες οι καλές εποχές για τη γεωργία είχαν περάσει. «Το ελάχιστο που προβλέπουν είναι ότι οι αλλαγές στην παγκόσμια θερμοκρασία και στον κύκλο των βροχοπτώσεων θα θέσουν σε σοβαρότατο κίνδυνο την δυνατότητα της γης να θρέψει τον εαυτό της...». Υπήρχε όμως μια διαφορά: το 1974 οι κλιματολόγοι φοβόταν ότι η γη μπαίνει σε μια ακόμη περίοδο παγετώνων σαν εκείνη που έζησε η Ευρώπη μεταξύ 16ου και 19ου αιώνα.

Ενδιαφέρουσα σημείωση: το αφιέρωμα του περιοδικού ξεκινούσε με μια ρήση από το Ευαγγέλιο «εγερθήσεται γαρ έθνος επί έθνος καί βασιλεία επί βασιλείαν, και έσονται σεισμοί κατά τόπους, και έσονται λιμοί και ταραχαί». (Κατά Μάρκον 13:8)

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 4.5.2008