Ασφαλιστικό και παραγωγικότητα

on . Posted in Κράτος


Αν πιστέψουμε κάποιες εφημερίδες ότι η σύνδεση του χρόνου συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ηλικίας αποτελεί «νεοφιλελεύθερη λογική» τότε το ερώτημα είναι: η σοσιαλιστική λογική ποια είναι; Η αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα; Ή μήπως ο «άλλος κόσμος» που ειδικά για την τρίτη ηλικία είναι εφικτός;

Να συμφωνήσουμε ότι στο ασφαλιστικό μας σύστημα υπάρχουν μεγάλες σπατάλες και ότι θα μπορούσε με καλύτερη διαχείριση να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα. Αλλά ακόμη και ένα σύστημα που λειτουργεί τέλεια φτάνει σε αδιέξοδο εξαιτίας της επιμήκυνσης του βίου των ανθρώπων. Οχι μόνο επειδή παίρνουμε περισσότερα χρόνια σύνταξη, αλλά διότι αυτή καθαυτή η επιμήκυνση του βίου προϋποθέτει περισσότερες δαπάνες ιατρικής φροντίδας, δαπάνες που επίσης βαρύνουν τα Ταμεία.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αρκεί η τρομακτική αύξηση της παραγωγικότητας που ο καπιταλισμός επέτυχε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Το μόνο που χρειάζεται», λένε, «είναι μεγαλύτερη ισοκατανομή των ωφελημάτων αυτής της παραγωγικότητας».

Η αλήθεια είναι ότι μετά τη δεκαετία του '80 εμφανίστηκε (παγκοσμίως και όχι στην Ελλάδα) μια διευρυνόμενη ανισοκατανομή του προϊόντος που έφερε η αύξηση της παραγωγικότητας. Ενώ το συνολικό προϊόν αυξήθηκε, το κομμάτι που καρπώθηκε η εργασία έμεινε περίπου σταθερό. Το σύστημα κινήθηκε για ένα διάστημα περίπου 30 ετών με την επέκταση της πίστωσης στα νοικοκυριά της Δύσης και ιδιαίτερα των ΗΠΑ (σ.σ.: και η αγορά είναι σαν το ταγκό. Για να λειτουργήσει χρειάζεται δύο. Πωλητές και αγοραστές. Η αυξημένη παραγωγικότητα πάει στράφι αν δεν συνοδεύεται από αυξημένη ζήτηση). Μόνο που η επέκταση της πίστωσης έχει κοντά ποδάρια. Κάποια στιγμή αυτοί που δανείζουν κατανοούν ότι δεν θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω και αποτραβιούνται. Οι εγγυήσεις των δανείων, π.χ. υποθήκες, χάνουν την αξία τους και οι οφειλές παγκοσμίως γίνονται αλυσίδα τοξικών προϊόντων. Τότε αρχίζει αυτό που χθες ήταν χρηματοπιστωτική κρίση και σήμερα γίνεται κρίση υπερπαραγωγής. Η πλεονάζουσα παραγωγή δεν μπορεί να απορροφηθεί λόγω έλλειψης χρημάτων στην αγορά.

Φυσικά αυτό δεν είναι το πρόβλημα της Ελλάδος, ούτε του ασφαλιστικού μας συστήματος. Η χώρα δεν έχει πρόβλημα υπερπαραγωγής, έχει πρόβλημα παραγωγικότητας. Εχει έναν τεράστιο δημόσιο τομέα, ο οποίος όχι μόνο δεν παράγει, αλλά αντιθέτως φρενάρει και όσους θέλουν να παράγουν. Εχει καχεκτικό κι ελάχιστα καινοτόμο ιδιωτικό τομέα, αφού εκ των πραγμάτων η επιτυχία μιας επιχείρησης εξαρτάται κυρίως από τις καλές σχέσεις με τον πάτρωνα και καλύτερο πελάτη, που είναι το κράτος. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα ευδοκίμησαν δύο κλάδοι. Οι εργολάβοι που έχουν καλές σχέσεις με το γκουβέρνο και η ναυτιλία που δεν τις χρειάζεται.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα συνάντησε τη φούσκα της πιστωτικής επέκτασης από διαφορετικό δρόμο. Κάλυψε τα ελλείμματα παραγωγικότητας με δανεικά, τα οποία έτσι κι αλλιώς ήταν διαθέσιμα παγκοσμίως με ελάχιστο έλεγχο φερεγγυότητας. Μέχρι που ήρθε η κρίση και μαζί με τις υποθήκες των Αμερικανών, δυνάμει «τοξικά προϊόντα» έγιναν και τα ομόλογα των Ελλήνων. Η πραγματικότητα είναι ότι παρά τα παιγνίδια που παίζουν οι κερδοσκόποι με τα spreads, η Ελλάδα είναι σαν τον άνεργο του Ιλινόις. Πολλοί φοβούνται ότι δεν θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω και πάνω σ' αυτό τον φόβο διάφοροι κερδίζουν ποντάροντας στο ευρώ.

Ο φόβος τους τροφοδοτείται από το γεγονός ότι κοιτούν το ασφαλιστικό σύστημα και βλέπουν συνταξιούχους ετών 48. Βλέπουν τους δείκτες και ξέρουν ότι όχι μόνο δεν έχουμε τα λεφτά, αλλά ούτε προοπτική για να τα βγάλουμε για να πληρώνουμε «αξιοπρεπείς» συντάξεις και υπολογίζουν ότι υπό τον φόβο κοινωνικής αναταραχής θα βγούμε για επιπλέον δανεικά. Αυτό λοιπόν που βαφτίζεται «νεοφιλελεύθερη λογική» είναι ο φόβος να δανείσουμε σε κάποιον που δικαίως ή αδίκως πιστεύουμε ότι «δεν έχει χαΐρι».

Πέρα απ' όλα αυτά η αλήθεια είναι ότι με την αύξηση της παραγωγικότητας μετά το 1950 και παρά τις στρεβλώσεις ανισοκατανομής κάποιος θα μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί και έπειτα από 20 χρόνια δουλειάς. Με επίπεδο διαβίωσης, όμως, του 1950. Οπότε το ερώτημα είναι: ποιος συνταξιούχος θέλει να ζήσει (και να πεθάνει) με όρους προ 60ετίας;

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 7.2.2010