Οταν οι πολιτικοί «έβρισκαν τον τρόπο»

on . Posted in Κράτος


Στην τραγική πορεία της μαύρης Τετάρτης, στην οποία χάθηκαν τρεις άνθρωποι, ο τηλεοπτικός φακός κατέγραψε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο ένα από τα βασικά προβλήματα της χώρας. Τη θολούρα της. Δίπλα δίπλα πορεύονταν δύο άνθρωποι του λαού που φωνασκούσαν «Εμπρός, λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι, αντίσταση και πάλη». Το αίτημά τους ήταν κοινό: να αποσυρθούν τα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης και του ΔΝΤ.

Ως εδώ, καλά. Μόλις, όμως, πλησίασε η κάμερα για να κάνουν οι αγωνιστές τις συνήθεις δηλώσεις, φάνηκε μια εξόχως ελληνική διαφορά. Ο ένας ήταν δημόσιος υπάλληλος και ο άλλος ταξιτζής. Ο ένας ζητούσε περισσότερα λεφτά από το κράτος, δηλαδή από φόρους. Ο άλλος απαιτεί να μην πληρώνει κανονικά τους φόρους που του αναλογούν, αλλά απλώς να χαρτζιλικώνει το κράτος με ένα σταθερό ποσό κάθε χρόνο. Και οι δύο συμφωνούσαν να πληρώσουν αυτοί που έχουν και να παταχθεί η φοροδιαφυγή. Είναι σίγουρο ότι αν περνούσε από εκεί και κάποιος απεργός εφοριακός, θα πλειοδοτούσε: το κράτος πρέπει να εντείνει τους ελέγχους και να πατάξει τη φοροδιαφυγή για να μην κοπούν τα επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων.

Κάπως έτσι, με ανεπίλυτες αντιφάσεις, πορεύθηκε η Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια. Θέλαμε τα πάντα χωρίς το κόστος τους. Θέλαμε ανάπτυξη χωρίς βαριά βιομηχανία που ρυπαίνει. Φθηνό ρεύμα χωρίς νέες επενδύσεις της ΔΕΗ (οι οποίες είτε ρυπαίνουν είτε τρομάζουν τα κατσίκια). Τουρισμό, αλλά να μη γίνουμε γκαρσόνια της Ευρώπης. Τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά να μην εντατικοποιηθούν οι σπουδές. Την οικοδομή ατμομηχανή της οικονομίας, αλλά να μην αλλοιωθεί το περιβάλλον. Και κάθε φορά που κάποιος επεσήμανε την αντίφαση, η απάντηση ήταν στερεότυπη: «Δεν με νοιάζει, να βρουν οι πολιτικοί τον τρόπο».

Το πρόβλημα, όμως, ήταν ότι οι πολιτικοί πάντα έβρισκαν «τον τρόπο». Ενώ σε όλες τις χώρες του κόσμου οι αντιφάσεις επιλύονται με διαβούλευση και αμοιβαίους συμβιβασμούς μεταξύ των αντιτιθέμενων συμφερόντων ή/και επιδιώξεων, στην Ελλάδα οι αντιφάσεις επιδοτούνταν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Κάθε φορά που η ζωή άλλαζε το τοπίο και χρειαζόταν επαναδιαπραγμάτευση μεταξύ των κερδισμένων και χαμένων από τη νέα κατάσταση, το κράτος απλώς επιδοτούσε. Για παράδειγμα, την εποχή των παχειών αγελάδων αντί να απελευθερώσει τις μεταφορές για να μειωθεί η τιμή των προϊόντων (ενισχύοντας έστω μέσω φοροαπαλλαγών για ένα μικρό διάστημα τους κατόχους των αδειών) επιδοτούσε τους καταναλωτές διά εισοδηματικών αυξήσεων για να αγοράζουν ακριβότερα τα προϊόντα. Αντί να ιδιωτικοποιεί τις ΔΕΚΟ, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα ισχυρό πλέγμα προστασίας για εκείνους που αναγκαστικά θα απολύονταν, επιδοτούσε τις ΔΕΚΟ για να διατηρεί αντιπαραγωγικές θέσεις εργασίας. Αντί να προχωρήσει σε πολιτικές αναδιάρθρωσης του αγροτικού τομέα, επιδοτούσε τους αγρότες. Ετσι φτάσαμε στο σημείο οι συνταξιούχοι να διαμαρτύρονται για την ακριβή ντομάτα, οι ντοματοπαραγωγοί για το χαμηλό εισόδημα και το αποτέλεσμα ήταν να επιδοτούνται και οι δύο και να τρώμε ντομάτες Αργεντινής.

Μόνο που όταν επιδοτείς κάτι δεν το εξαλείφεις, το διογκώνεις. Οι ελληνικές αντιφάσεις επιβίωναν, διογκώνονταν και κρυμμένες κάτω από βουνά επιδοτήσεων γίνονταν πιο σκληρές. Και τώρα, υπό το φάσμα της χρεοκοπίας δεν μπορούν να επιλυθούν, αλλά μόνο σαν τον γόρδιο δεσμό να κοπούν. Εκεί βρισκόμαστε σήμερα.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 12.5.2010