Η αιχμάλωτη οικονομία

on . Posted in Κράτος

Ε​​νας από τους διαχρονικούς καημούς της κρίσης είναι αυτός της «διαπραγμάτευσης». Κάθε αντιπολίτευση κατηγορεί την εκάστοτε κυβέρνηση ότι δεν διαπραγματεύτηκε «σωστά», γι’ αυτό και η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να σηκώσει κεφάλι. Ο όρος «σωστά», βέβαια, είναι μεγάλη κουβέντα και έχει άπειρες νοηματοδοτήσεις. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι η Ελλάδα εξασφάλισε το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό πρόγραμμα στην παγκόσμια ιστορία –όταν η φυσιολογική και... «νεοφιλελεύθερη» προοπτική ήταν η άτακτη χρεοκοπία με όλα τα κοινωνικά συμπαρομαρτούντα– σημαίνει ότι κάτι σωστό έγινε, ειδικά αν σκεφτούμε ότι αυτό έγινε κατά παρέκκλιση των κανόνων της ΟΝΕ, που και η Ελλάδα υπέγραψε μαζί με τις υπόλοιπες χώρες.

Αν και οι περισσότεροι Ελληνες θεωρούν «σωστή διαπραγμάτευση» το να δίνουν κάποιοι λεφτά χωρίς να ρωτούν πολλά πολλά, αυτό στον πραγματικό κόσμο δεν είναι εφικτό· στον «άλλο κόσμο» που διαλαλούσε για χρόνια η Αριστερά, όλα γίνονται. Το «ορθό» ή το «λάθος» της διαπραγμάτευσης δεν μπορεί να κριθεί από το ύψος της προσαρμογής που έπρεπε να κάνει η ελληνική οικονομία (αυτό κρίνεται από την κατάσταση της οικονομίας, αλλά και από τα λεφτά των άλλων), αλλά από το μείγμα της. Κι εδώ η αέναη διαπραγμάτευση που έκανε το ελληνικό πολιτικό σύστημα με τους εταίρους –όλα τα πέρα δώθε με την τρόικα, οι νόμοι που ψηφίζονταν την ημέρα και ακυρώνονταν τη νύχτα με ακατανόητες τροπολογίες– ήταν πολύ «σωστή» για το πελατειακό σύστημά του, αλλά καταστροφική για την παραγωγική οικονομία. Οπως αποδεικνύουν στο βιβλίο τους «Who’s to Blame for Greece? » (εκδ. Palgrave, Macmillan) οι κ. Θοδωρής Πελαγίδης και Μιχάλης Μητσόπουλος, το συντριπτικά μεγαλύτερο βάρος της προσαρμογής επωμίστηκε ο παραγωγικός ιδιωτικός τομέας. Οχι τόσο προς όφελος των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά της διατήρησης των στρεβλώσεων της ελληνικής οικονομίας.

Τα στοιχεία δείχνουν, κατ’ αρχάς, το πασιφανές: οι απώλειες εισοδημάτων των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες από τις απώλειες στον δημόσιο τομέα, ασχέτως αν η Ελλάδα είναι μία από τις λίγες χώρες που και πριν από την κρίση πλήρωνε καλύτερα τους δημοσίους από τους ιδιωτικούς υπαλλήλους. Δείχνουν επίσης ότι η μείωση του κατώτατου μισθού ουδόλως βοήθησε την οικονομία, και ελάχιστα τις εξαγωγές. Η σύγκριση μεταξύ Ελλάδας και Πορτογαλίας, που παραθέτουν οι συγγραφείς για τις εξαγωγές αγαθών την περίοδο της κρίσης (2009-2014), είναι συντριπτική. Η Πορτογαλία ευτύχησε να δει τις εξαγωγές να αυξάνονται περίπου 50% ενώ στην Ελλάδα η αύξηση ήταν περίπου 15%. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, οι εξαγωγές είχαν αρνητικό πρόσημο, παρά τη μείωση των μισθών.

Αν και οι «αγώνες» της Αριστεράς, εν γένει, βοήθησαν στο γονάτισμα κάθε δραστηριότητας που θα μπορούσε να φέρει χρήμα στην Ελλάδα, τα στοιχεία των εξαγωγών ανά κλάδο δείχνουν ότι το κλειδί γι’ αυτή την κακή εξέλιξη είναι το κόστος της ενέργειας. Το τελευταίο είναι μια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση: οι κυβερνήσεις, έχοντας στα χέρια τους το μονοπώλιο του ηλεκτρικού ρεύματος, για να δείξουν φιλολαϊκές κρατούν χαμηλά τα οικιακά τιμολόγια επιβαρύνοντας τα βιομηχανικά. Και αυτό είναι μόνο μία από τις στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας που δεν την αφήνουν να ανακάμψει έπειτα από επτά χρόνια κρίσης. Υπάρχουν και άλλες πολλές, κάθε μία από τις οποίες φαίνεται αμελητέα, με αποτέλεσμα πολλοί να καταλήγουν στον λάθος αφορισμό: «Αυτό είναι τώρα το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας;». Αθροιζόμενες όμως δημιουργούν τεράστιο κόστος, που το πληρώνουν και οι εργοδότες και προπαντός οι εργαζόμενοι.

Το μεγαλύτερο ερώτημα –και ψόγος των συγγραφέων προς την τρόικα– είναι γιατί οι θεσμοί δέχθηκαν την αδιέξοδη πολιτική μείωσης των εισοδημάτων στον ιδιωτικό τομέα (την πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης») όταν όλα τα στοιχεία φώναζαν ότι άλλες είναι οι παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Από τους αριθμούς της Eurostat, για παράδειγμα, φαινόταν ότι οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα ήταν οι χαμηλότεροι της Ευρώπης (18,6% του ΑΕΠ όταν στη «νεοφιλελεύθερη« Βρετανία και στη «σοσιαλιστική» Δανία έφταναν το 34,3%) ενώ το διοικητικό κόστος της ελληνικής οικονομίας ήταν το υψηλότερο: 6,8% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, 1,9% στη Δανία και 1,5% στη Βρετανία. Να σημειώσουμε εδώ ότι το υψηλό διοικητικό κόστος της οικονομίας δεν είναι μόνο κάποια δισ. που χάνονται σε άχρηστη γραφειοκρατία. Αντανακλά κι ένα δυσμέτρητο τεκμαρτό κόστος για την οικονομία, το οποίο είναι όλες εκείνες οι μικρές ή μεγάλες επενδύσεις που δεν γίνονται επειδή πολλοί αποθαρρύνονται από αυτό το κόστος, είτε να στήσουν ένα μαγαζί είτε να δημιουργήσουν μια βιομηχανία. Το 2013, παρά το γεγονός ότι την περίοδο του μνημονίου είχαν γίνει πολλά για την απελευθέρωση της οικονομίας (σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια) τα περισσότερα δεν υλοποιήθηκαν. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει η Ελλάδα η χώρα με το πιο σφιχτό ρυθμιστικό πλαίσιο και τον χαμηλότερο λόγο μισθών προς ΑΕΠ της Ευρώπης.

Το αστείο είναι ότι όλα αυτά δεν γίνονται «για να ενισχυθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου», όπως λέει η τρέχουσα μυθολογία της Αριστεράς. Οπως δείχνουν τα στοιχεία, που δημοσιεύουν οι Θ. Πελαγίδης και Μ. Μητσόπουλος, και η κερδοφορία των επιχειρήσεων πλην χρηματοπιστωτικού τομέα είναι χαμηλότερη στην Ευρώπη. Ετσι λοιπόν, το πολιτικό σύστημα για να προστατεύσει τα πελατειακά του δίκτυα, όχι μόνο των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και των συντεχνιών, συντήρησε παρά την κρίση όλες εκείνες τις ρυθμίσεις και ρυθμισούλες που δεν αφήνουν την οικονομία να αναπνεύσει. Είναι όλα εκείνα τα προνόμια των επαγγελματικών ομάδων, για τα οποία εξάλλου δόθηκαν και οι μεγαλύτερες μάχες, πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι για την προστασία του ενός εκατομμυρίου ανέργων και νεόπτωχων.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 6.3.2016