Φορολογία και ανάπτυξη

on . Posted in Κράτος

Ε​​χει δίκιο ο υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης Δημήτρης Παπαδημητρίου όταν έγραψε ότι «η μείωση των φόρων έχει αποδειχθεί εμπειρικά ότι δεν αυξάνει τις επενδύσεις...». Κατά την περίοδο «της κρίσης 2009-2015 στην Ε.Ε., όπου εφαρμόστηκε η μείωση αυτή των συντελεστών, δεν απέφερε αύξηση των επενδύσεων» («Καθημερινή» 24.2.2016). Ουδείς επιχειρηματίας κοιτάζει αυτόνομα τους φορολογικούς συντελεστές, για να αποφασίσει εάν θα επενδύσει σε κάποια δυτική χώρα. Μόνο οι ραντιέρηδες ανησυχούν αποκλειστικώς για το ύψος της φορολογίας. Οχι οι παραγωγοί...

Βεβαίως, το ύψος της φορολογίας είναι ένας από τους παράγοντες που σταθμίζονται για να ληφθεί η απόφαση περί επενδύσεων. Στην Ελλάδα κατά το παρελθόν, όταν ακούγαμε θρηνωδίες για το ύψος της φορολογίας, οι ίδιοι οι επιχειρηματίες δήλωναν ότι το ύψος των φορολογικών συντελεστών δεν ήταν ο βασικός λόγος που απέφευγαν να επενδύσουν στη χώρα. Το World Economic Forum διεξάγει κάθε χρόνο μία δημοσκόπηση ανάμεσα στους επιχειρηματίες για τα προβλήματα κάθε χώρας που αντιμετωπίζουν και συνεπώς εμποδίζουν τις επενδύσεις.

Στην Global Competitiveness Report 2010-2011, οι επενδυτές δήλωναν ότι οι φορολογικοί συντελεστές δεν αποτελούσαν εμπόδιο στην επιχειρηματικότητα (3,7 στην κλίμακα της έρευνας). Αντιθέτως, εμποδίζονταν από τη γραφειοκρατία (27,2), τη διαφθορά (14), τους περιορισμούς της εργατικής νομοθεσίας (12,2) κ.λπ. Στις ανεπτυγμένες χώρες, είναι το βάρος των ρυθμίσεων της αγοράς που παίζει σημαντικότερο ρόλο. Ακόμη και σε χώρες με υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, όπως Γερμανία, Φινλανδία, Σουηδία κ.ά., οι επιχειρηματίες δηλώνουν ως μεγαλύτερο πρόβλημα την πολυπλοκότητα της φορολογικής νομοθεσίας και κατόπιν τους φορολογικούς συντελεστές. Αυτό το βάρος των ρυθμίσεων πολλάκις εμφανίζεται με τη μορφή γραφειοκρατίας και άλλοτε ως ρητές απαγορεύσεις. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, μια ζυθοποιία δεν μπορεί να επενδύσει στην παραγωγή ομοειδών προϊόντων. Οπως ανακοίνωσαν οι εκπρόσωποι του κλάδου και μετέφερε στη στήλη του ο κ. Κώστας Καλλίτσης, «απαγορεύεται στη ζυθοποιία να κάνει χρήση ελληνικών φρούτων στην παραγωγή μπίρας, να παράγει και να εμφιαλώνει ποτά από ζύμωση, όπως ο μηλίτης! Ο νόμος 2963 του 1922 της απαγορεύει να παράγει τέτοια προϊόντα – πρακτικά, μας επιβάλλει να τα εισάγουμε κατά 100%. Ουσιαστικά, απαγορεύει την ανάπτυξη του κλάδου, την απορρόφηση ελληνικών φρούτων, την αύξηση του παραγόμενου πλούτου, την υπεράσπιση και αύξηση των θέσεων εργασίας (που είναι το μείζον ζητούμενο...), την ενίσχυση των κρατικών εσόδων και της εξωστρέφειας, ενώ μια χαρά υπηρετεί τα συμφέροντα παραγωγών άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Και αυτός ο νόμος, ηλικίας 94 ετών, παραμένει σε ισχύ!» («Καθημερινή» 24.12.2016).

Από τις ετήσιες έρευνες του World Economic Forum φαίνεται, όμως, ότι στην Ελλάδα πλέον και οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές γίνονται σιγά σιγά εμπόδιο για επενδύσεις. Στην Global Competitiveness Report του 2013-2014, οι επιχειρηματίες δηλώνουν ότι το ύψος της φορολογίας είναι πρόβλημα στην Ελλάδα. Οχι το βασικό, αλλά ανεβαίνει πολύ υψηλότερα από το 3,7 πού ήταν στην έκθεση του 2010-2011. Στη Report του 2013-2014 βρίσκουμε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η πρόσβαση σε χρηματοδότηση (22,4). Η αναποτελεσματική γραφειοκρατία αποτελεί επίσης μεγάλο πρόβλημα: 21,2. Η πολυπλοκότητα της φορολογικής νομοθεσίας: 14,5. Ασταθής οικονομική πολιτική: 12. Φορολογικοί συντελεστές: 9,8. Στη φετινή έκδοση (2016-2017) της Global Competitiveness Report πρώτο πρόβλημα που αποτρέπει τις επενδύσεις είναι η ασταθής οικονομική πολιτική: 17,6. Δεύτερο, το ύψος των φορολογικών συντελεστών: 17,1. Γραφειοκρατία: 15,6. Πρόσβαση στη χρηματοδότηση: 14 κ.λπ. Το συμπέρασμα του ΟΟΣΑ, που παραθέτει ο κ. Παπαδημητρίου στο άρθρο του, αφορά τη φορολογική πολιτική που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις τα προηγούμενα χρόνια με ομολογουμένως μικρή αποτελεσματικότητα: «Παρότι η ανάλυση δείχνει περιορισμένη ανταπόκριση των επενδύσεων σε χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με διαφυγόντα έσοδα, τα φορολογικά κίνητρα επιλέγονται συνήθως από τις κυβερνήσεις για την προσέλκυση επενδύσεων γενικά και ξένων άμεσων επενδύσεων ειδικότερα. Το σκεπτικό πίσω από αυτή την ευρέως διαδεδομένη πρακτική είναι ότι είναι πολύ πιο εύκολη η παροχή φορολογικών κινήτρων από την κάλυψη των ελλείψεων, για παράδειγμα, στις υποδομές ή σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Τα φορολογικά κίνητρα δεν απαιτούν πραγματική δαπάνη σε κεφάλαια ή επιδοτήσεις με μετρητά σε επενδυτές και είναι πιο εύκολο πολιτικά να παρασχεθούν συγκριτικά με δημόσιους πόρους» (OECD, 2015, «Policy Framework for Investment», p. 58). Δηλαδή οι χώρες που δεν έχουν σοβαρή πολιτική προσέλκυσης επενδύσεων (συνήθως οι τριτοκοσμικές) κάνουν φορολογικά δώρα στις στις επιχειρήσεις για να επενδύσουν.

Το πρόβλημα τώρα είναι ότι στα χρόνια της κρίσης και ειδικά επί της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αυξήθηκαν οι φορολογικοί συντελεστές χωρίς να λυθούν τα υπόλοιπα προβλήματα. Η γραφειοκρατία, η πολυπλοκότητα της φορολογικής πολιτικής, τα οικονομικά μέτρα του ποδαριού παραμένουν (όπως και κατά το παρελθόν) βασικά εμπόδια για τις επενδύσεις· ούτε καν η απελευθέρωση στην παραγωγή μηλίτη δεν επιτεύχθηκε. Και σε αυτά προστέθηκαν και οι υψηλότεροι φορολογικοί συντελεστές. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιχειρηματιών, η Ελλάδα έχει και τα προβλήματα των αναπτυσσόμενων χωρών αλλά και των ανεπτυγμένων· σύμφωνα με τις εκθέσεις του World Economic Forum, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές και η πολυπλοκότητα της φορολογικής νομοθεσίας είναι τα βασικά προβλήματα για επενδύσεις σε όλη τη Δυτική Ευρώπη.

Γράφαμε και παλιότερα ότι «δεν υπάρχει καλός συντελεστής φορολογίας. Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος έλεγε ότι οι φόροι είναι σαν τον θάνατο, οπότε το άριστο θα ήταν η αθανασία και οι μηδενικοί φορολογικοί συντελεστές. Στον πραγματικό κόσμο, όμως, αυτά είναι τα μόνα πράγματα που δεν μπορεί να αποφύγει κανένας άνθρωπος. Οπότε το θέμα είναι να βρεθεί εκείνη η φορολογική συνταγή που θα είναι αποδοτική και δίκαιη... Οι συντελεστές των μη διανεμόμενων κερδών πρέπει να είναι πιο χαμηλοί. Αυτά δεν πάνε στην τσέπη κάποιων φυσικών προσώπων, γίνονται πλούτος για την εθνική οικονομία. Μπορεί να αυξάνουν την αξία μιας επιχείρησης, αλλά μέχρι αυτή να ρευστοποιηθεί δεν αποτελεί προσωπικό εισόδημα. Αντιθέτως, όμως, τα διανεμόμενα κέρδη είναι προσωπικά εισοδήματα και σε ένα κράτος δικαίου ισχύει ο κανόνας της ισότητας. Ολα τα ατομικά εισοδήματα, ανεξαρτήτως πηγής –ή ακόμη και αγαθών προθέσεων– φορολογούνται το ίδιο. Το επιχείρημα ότι τα διανεμόμενα κέρδη θα επανεπενδυθούν δεν ισχύει διότι: α) Μπορούν να επανεπενδυθούν αδιανέμητα και β) κανείς δεν ξέρει τι γίνεται στο ενδιάμεσο. Και το πλεονάζον εισόδημα ενός εργαζομένου μπορεί να επανεπενδυθεί σε, π.χ., βιβλία ή μπορεί να φαγωθεί στα μπουζούκια. Το ευκταίο θα ήταν να είχαμε χαμηλότερη φορολογία παντού. Αυτό θα επιτευχθεί όταν περικοπούν πολλές δαπάνες και μειωθεί το κόστος λειτουργίας του κράτους. Τότε θα πρέπει να προχωρήσουμε σε καθολική και κοινωνικά δίκαιη μείωση των συντελεστών» (Περί φόρων και τάφων, «Καθημερινή» 12.9.2010).

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 7.1.2017