Η δύσκολη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής

on . Posted in Διαφθορά

Παραξενεύτηκαν κάποιοι Γερμανοί συνάδελφοι όταν προ καιρού είδαν την απόδειξη από έναν ταξιτζή στο Βερολίνο. «Μπα, και πώς τα κατάφερες να την πάρεις; Μη μας πεις ότι σου την έδωσε οικειοθελώς», ρώτησαν. Λογικό. Ξέρουν και οι ίδιοι ότι το πρόβλημα της φοροδιαφυγής δεν είναι ελληνική πατέντα. Υπάρχει και στα πιο... προτεσταντικά σπίτια. Απλώς εκεί, υπάρχει κατ’ αρχάς ο φόβος της πραγματικής τιμωρίας (προφανώς δεν ισχύει το «έλα μωρέ τώρα! Πώς κάνουν έτσι; Από την απόδειξη του ταξιτζή θα σωθεί η Γερμανία;). Υπάρχει όμως κι ένα άλλο στοιχείο που δεν κάνει τη φοροδιαφυγή μάστιγα. Η διάρθρωση της οικονομίας.

Κακά τα ψέματα. Οι προσωπικές και μικρές επιχειρήσεις έχουν κίνητρο να φοροδιαφεύγουν. Κάθε απόδειξη που δεν κόβεται σημαίνει καθαρό κέρδος στην τσέπη του επιτηδευματία ή του μικροεπιχειρηματία. Αυτό δεν ισχύει για τις μεγάλες επιχειρήσεις, διότι κάθε απόδειξη που δεν κόβει ο υπάλληλος μιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ είναι κέρδος του υπαλλήλου και ζημία του μετόχου. Στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι αποδείξεις χρησιμεύουν και για τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας. Στις μικρές επιχειρήσεις, ελεγκτής και ελεγχόμενος είναι ο ίδιος, που σημαίνει ότι δεν υπάρχει το εσωτερικό αντικίνητρο για να μην κόβονται αποδείξεις.

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι ότι οι Ελληνες είναι πιο φοροφυγάδες από τους Γερμανούς, αλλά το γεγονός ότι στους χίλιους Ελληνες αντιστοιχούν 73 μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ ο μέσος όρος της Ευρώπης των «27» είναι 40· στην Ολλανδία είναι 30 και στη Γερμανία 20 («Small and medium-sized enterprises. SME Performance Review» European Commission, 2008). Αυτό δεν σημαίνει μόνο διάχυτα κίνητρα φοροδιαφυγής –που μπορεί να είναι μικρή ανά μονάδα, αλλά αθροιζόμενη μας βγάζει τα τεράστια ελληνικά νούμερα–, σημαίνει κι άλλα πράγματα. Πρώτον, ο έλεγχός της από τις αρχές καθίσταται δυσκολότερος. Είναι διαφορετικό να έχεις προς έλεγχο χίλιες εταιρείες και διαφορετικό 100.000. Από ένα σημείο και μετά, το κόστος ελέγχου γίνεται μεγαλύτερο από το όφελος.

Το δεύτερο είναι ότι πολλοί μικροεπιχειρηματίες συνιστούν αξιόλογη πολιτική δύναμη, που κάθε «καλός» πολιτικός πρέπει να λάβει υπόψη. Οι πολιτικοί δεν έχουν πελάτες μόνο τους δημοσίους υπαλλήλους. Οι 800.000 μικροεπιχειρηματίες είναι το 13% όσων ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές, χωρίς να υπολογίζουμε τα προστατευόμενα μέλη τους. Κάθε «καλός» πολιτικός θα το σκεφτεί δύο φορές πριν ξεκινήσει ένα πρόγραμμα «μηδενικής ανοχής» στη φοροδιαφυγή. Εκτός από τα προβλήματα διαφθοράς που θα δημιουργηθούν, η εκλογική δύναμη των μικρομεσαίων παίζει σημαντικό ρόλο στα τελικά αποτελέσματα. Το λογικό είναι ότι θα τιμωρήσουν την κυβέρνηση που –ακόμη κι αν μπορούσε– θα εφάρμοζε «πογκρόμ» κατά των φοροφυγάδων.

Αντιθέτως, η αντιπολίτευση μπορεί να χειριστεί επιδέξια τη διάχυτη δυσαρέσκεια των μικρομεσαίων από τις «φορολογικές επιδρομές» και να αποκομίσει πολιτικά οφέλη. Ας μην ξεχνάμε ότι μία από τις βασικές υποσχέσεις του κ. Κώστα Καραμανλή πριν από το 2004 ήταν «η κατάργηση του μισητού ΣΔΟΕ». Κέρδισε τις εκλογές, το ΣΔΟΕ καταργήθηκε, αλλά μέχρι να επανασυσταθεί (ακόμη το παλεύουμε) τα έσοδα του Δημοσίου από 39% του ΑΕΠ το 2003 έπεσαν στο 36% του ΑΕΠ το 2009. Να σημειώσουμε εδώ ότι η πολιτική πίεση συμπίεσε τα έσοδα και πριν από τη διακυβέρνηση της Ν.Δ. Η συζήτηση περί μικρομεσαίων που «υποφέρουν υπό τον ζυγό του ΣΔΟΕ» δημιούργησε αμυντικά ανακλαστικά και στην κυβέρνηση Σημίτη και η κατρακύλα ξεκίνησε αμέσως μετά την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ: το 2000, τα έσοδα του Δημοσίου ήταν 43% του ΑΕΠ και το 2003 έφτασαν στο 39% του ΑΕΠ.

Η καταπολέμηση, λοιπόν, της φοροδιαφυγής σε μια οικονομία με πολλές μικρές επιχειρήσεις είναι σύνθετη και πολύ δύσκολη διαδικασία. Δεν συμφέρει πολιτικά (ακόμη και στην αριστερά, που το έχει κάνει σημαία της), έχει μεγάλο κόστος ελέγχου και λείπουν τα εσωτερικά αντικίνητρα φοροδιαφυγής στις επιχειρήσεις. Αυτό δεν γίνεται μόνο στην Ελλάδα. Σε όλο τον κόσμο λειτουργεί ο νόμος των κινήτρων και αντικινήτρων, που διαμορφώνει τις τελικές τάσεις. Απλώς στην Ελλάδα φαίνεται (και πονάει) περισσότερο διότι οι μεγάλες επιχειρήσεις, που είναι πιο εύκολο να ελεγχθούν, παράγουν μικρό σχετικά ποσοστό του ΑΕΠ. Εγχωρίως, οι μεγάλες επιχειρήσεις παράγουν το 30,3% της προστιθέμενης αξίας, ενώ στη Γερμανία το 48,6%. Ο μέσος όρος της Ευρώπης των «27» είναι 42,1%. Αυτό σημαίνει ότι το βάρος της (διάχυτης και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες) μικρομεσαίας φοροδιαφυγής είναι αναλογικά μικρότερο στον συνολικό λογαριασμό.

Στην Ελλάδα, «η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής» έχει γίνει ένα από τα ιερά δισκοπότηρα της οικονομικής ανάκαμψης. Αυτό μαζί με την «καταπολέμηση της σπατάλης» στο Δημόσιο χρησιμοποιούνται διαρκώς για να κοροϊδεύουμε εαυτούς και αλλήλους, με πρώτους τους τροϊκανούς. Συνιστά μια εύκολη ρητορεία για να αποφεύγουμε διαρκώς τα μέτρα αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Ετσι, όταν 70% των δαπανών του Δημοσίου είναι μισθοί, συντάξεις και προνοιακά επιδόματα, κάθε εξοικονόμηση στο χαρτί υγείας ελάχιστα δημοσιονομικά αποτελέσματα θα έχει. Αν δεν κλείσουν οργανισμοί, με παράλληλη απόλυση των δημοσίων υπαλλήλων, δεν θα υπάρξει μεγάλη πρόοδος στις δαπάνες. Το ίδιο ακριβώς γίνεται και με τη φοροδιαφυγή. Αν δεν αλλάξει η διάρθρωση της οικονομίας, με περιορισμό του ποσοστού των μικρών επιχειρήσεων, θεαματικά αποτελέσματα στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δεν θα μπορέσουμε να δούμε.

Τα παραπάνω, βέβαια, δεν υπονοούν ότι οι μάχες για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής δεν πρέπει να δοθούν διότι είναι εκ των προτέρων χαμένες. Ολες οι χώρες δίνουν τη μάχη τους κατά της φοροδιαφυγής, ακόμη και παρά το γεγονός ότι έχουν μικρότερα ποσοστά. Ο ηλεκτρονικός έλεγχος των συναλλαγών, οι διασταυρώσεις με περιουσιακά στοιχεία, οι διαρκείς επιτόπιοι έλεγχοι είναι στην καθημερινή ατζέντα. Στην Ελλάδα, όπου κυριαρχεί η μικρή επιχειρηματικότητα, πρέπει να κάνουμε περισσότερα, αλλά μέχρι να χτυπήσει την πόρτα μας η κρίση, δεν κάναμε σχεδόν τίποτε και σήμερα συνεχίζουμε να κάνουμε λιγότερα.

Μεταξύ δαπανών και εσόδων

Η φοροδιαφυγή δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις μικρές επιχειρήσεις. Υπάρχει και φοροδιαφυγή μεγαλοεπιχειρηματιών οι οποίοι εκμεταλλεύονται τρύπες του παγκόσμιου συστήματος (π.χ. φορολογικούς παραδείσους) για να νομιμοποιούν τα έσοδα της κλοπής από τον κρατικό κορβανά. Σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Δικτύου για τη Φορολογική Δικαιοσύνη (Tax Justice Network) τουλάχιστον 21 τρισ. δολάρια από φοροδιαφυγή βρίσκονται κατατεθειμένα σε φορολογικούς παραδείσους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, 100.000 άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου έχουν σε φορολογικούς παραδείσους καταθέσεις ύψους 9,8 τρισ. δολαρίων.

Απέναντι σ’ αυτό το φαινόμενο οι κυβερνήσεις απαντούν με μέτρα... αντικατασκοπείας (αγοράζουν καταλόγους ονομάτων καταθετών σε τράπεζες που έχουν απόρρητο) και γίνονται κινήσεις για παγκόσμια συνεργασία στο μέτωπο της φοροδιαφυγής. Αυτή για προφανείς λόγους θα αργήσει· είναι πολλά τα λεφτά και μεγάλα τα συμφέροντα που ευνοούν να υπάρχουν τέτοιου τύπου «τρύπες» στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Το άλλο μεγάλο πρόβλημα για τα δημόσια οικονομικά είναι οι μέθοδοι φοροαποφυγής. Οι μεγάλες επιχειρήσεις μπορεί να μη φοροδιαφεύγουν, αλλά με τον ανταγωνισμό που υπάρχει για προσέλκυση κεφαλαίων, τους δίνονται τεράστιες ευκαιρίες για να φοροαποφεύγουν, είτε με τριγωνικές συναλλαγές είτε με απευθείας ευνοϊκές φορολογικές ρυθμίσεις προς όφελος του κεφαλαίου.

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το κόστος λειτουργίας του κράτους αυξάνεται διαρκώς. Οχι μόνο του κράτους πρόνοιας, αλλά και του κράτους «νυχτοφύλακα». Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και την οκταετία του Ρόναλντ Ρέιγκαν, με τις μεγάλες περικοπές στα ομοσπονδιακά προγράμματα βοήθειας, οι δημόσιες δαπάνες σχεδόν διπλασιάστηκαν. Από 678 δισ. δολάρια το 1980, έφτασαν σε 1,1 τρισ. το 1988 και παρά την τρομακτική ανάπτυξη που είχε η αμερικανική οικονομία εκείνα τα χρόνια, το ποσοστό των κρατικών δαπανών αυξήθηκε από 27,9% του ΑΕΠ στο 28,7%. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και οι πιο νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί χρειάζονται όλο και περισσότερα χρήματα, έστω μόνο για την άμυνα και την ασφάλεια. Πώς μπορεί, όμως να συμβιβαστεί αυτό με τον ταυτόχρονο ανταγωνισμό για όλο και χαμηλότερη φορολογία;

Διαβάστε

- Παναγιώτης Π. Παυλόπουλος, «Η παραοικονομία στην Ελλάδα. Επανεξέταση», εκδ. Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων.

- Γ. Β. Δερτιλής, «Ατελέσφοροι ή τελέσφοροι. Φόροι και εξουσία στο νεοελληνικό κράτος», εκδ. Αλεξάνδρεια.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 7.10.2012