Νόμοι υπό τηλεοπτική πίεση

on . Posted in Διαπλοκή


Δεν πάνε δέκα χρόνια από τότε που οι σχολιαστές των παραθύρων έσχιζαν τα ιμάτιά τους για «βουλευτές που υπερασπίζονται στα δικαστήρια εμπόρους ναρκωτικών». Εντρομη τότε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατέβασε τη φαεινή ιδέα: πλήρες επαγγελματικό ασυμβίβαστο με τη βουλευτική ιδιότητα. Με μεγαλόστομες δηλώσεις και σχοινοτενείς ρητορείες το ασυμβίβαστο έγινε υπέρτατος νόμος του κράτους. Επρεπε, λοιπόν, να περιμένουμε πέντε χρόνια μετά τη διαπίστωση της παταγώδους αποτυχίας του «ασυμβίβαστου» για να ξαναλλάξουμε το Σύνταγμα και να γυρίσουμε στην πολιτική αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων: να τιμωρούν οι πολίτες όσους βουλευτές παραβαίνουν τους δεοντολογικούς κανόνες.

Πριν από μερικά χρόνια επίσης ξεκίνησε μια μεγάλη κουβέντα για το «φαινόμενο Μπερλουσκόνι». Πολλοί τότε έδειξαν τον μπαμπούλα ενός «κόμματος επιχειρηματιών», οι οποίοι (δουλειά, δεν είχαν!) θα μπορούσαν να κατέλθουν στον στίβο της πολιτικής. Ετσι όλα τα κόμματα πρόταξαν τους νόμους του κράτους για να προστατεύσουν τον ελληνικό λαό από τους κακούς επιχειρηματίες και τα λεφτά τους: αποφάσισαν να απαγορεύσουν την τηλεοπτική διαφήμιση στα νέα κόμματα. Επειτα από μερικά χρόνια, όμως, ανακαλύψαμε ότι οι πολιτικοί δεν προστάτευαν τον λαό από τους επιχειρηματίες· περισσότερο προστάτευαν τους εαυτούς τους από τον ανταγωνισμό. Δημιούργησαν εμπόδια εισόδου νέων παικτών στο σύστημα, δημιουργώντας ένα οιονεί πολιτικό μονοπώλιο.

Τώρα στα τηλεπαράθυρα παίζονται δύο σίριαλ που μάλλον θα καταλήξουν σε πρόχειρους νόμους. Ενα είναι η «ευθύνη των υπουργών» και πώς αυτή αποδίδεται και το άλλο η χρηματοδότηση των κομμάτων. Να μην παρεξηγηθούμε: και τα δύο είναι πολύ σοβαρά θέματα· απλώς όμως πρέπει να ανησυχήσουμε ότι και πάλι η τηλεόραση σέρνει τον χορό και μπορεί να βρεθούμε με νόμους τους οποίους σύντομα θα χρειαστεί να αναθεωρήσουμε.

Η πρόταση για αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών είναι επικοινωνιακή· κατατέθηκε από την κυβέρνηση για να αμβλυνθούν οι αρνητικές εντυπώσεις μετά το αιφνίδιο κλείσιμο της Βουλής, που παρέγραψε πιθανές ποινικές ευθύνες των δικών της υπουργών. Αυτό πιστοποιείται από το γεγονός ότι πριν από δύο χρόνια στην πρόταση της Ν.Δ. περί συνταγματικής αναθεώρησης δεν υπήρχε λέξη για το άρθρο 86 του Συντάγματος, αυτό που περιγράφει (με λεπτομέρειες μάλιστα) τη διαδικασία παραπομπής των υπουργών. Ετσι μετά το κλείσιμο της Βουλής και τον ορυμαγδό των αντιδράσεων βρέθηκε η λύση της μερικής τροποποίησης του νόμου, που δεν απαντά όμως στο βασικό πρόβλημα, δηλαδή την εσπευσμένη παραγραφή. Φυσικά είναι θετική η πρόταση να μην αποφασίζουν οι βουλευτές για την παραπομπή ή μη των συναδέλφων τους, και να υπάρχει μια πολιτικά δεσμευτική γνωμοδότηση από ένα συμβούλιο δικαστών, αλλά μήπως πρέπει γι' αυτό να μιλήσουν και οι εκτός Βουλής καθηγητές νομικής και συνταγματολόγοι; Διότι αυτοί που έχουμε στη Βουλή είναι οι ίδιοι που μας φόρεσαν το Σύνταγμα του 2001 και έκτοτε δεν προλαβαίνουμε να το αναθεωρούμε.

Η δεύτερη πρόταση περί αποκλειστικής χρηματοδότησης των κομμάτων από το κράτος προέκυψε επίσης υπό την επικοινωνιακή πίεση του σκανδάλου Siemens. Ακούγεται καλή· ειδικά σε μια κοινωνία κρατικής λαγνείας, όπως είναι η ελληνική. Μόνο που το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας φτιάχτηκε με ιδιωτικές εισφορές των εργαζομένων που ήθελαν πολιτική εκπροσώπηση. Η συνολική απαγόρευση της ιδιωτικής χρηματοδότησης δημιουργεί ταυτόχρονα εμπόδια εισόδου νέων παικτών στην πολιτική. Με ποια και τι είδους κριτήρια θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν τα νέα κόμματα; Θα υπάρχει κάποιο «σοβαρόμετρο», που εκ των προτέρων θα κρίνει τις προσπάθειες και θα αποκλείει όσες δεν έχουν εχέγγυα σοβαρότητας ή θα χρηματοδοτούνται όλοι, μέχρι και οι πλέον απίθανοι; Χωρίς συζήτηση σε βάθος μάλλον θα έχουμε δύο τινά: ή (ως συνήθως) θα αλλάξουμε το νόμο, ή (όπως γίνεται πιο συχνά) θα τον παρακάμπτουμε.

Η χρηματοδότηση των κομμάτων, η ποινική ευθύνη υπουργών είναι ακανθώδη ζητήματα και συζητούνται σε ολόκληρο τον κόσμο. Μόνο στην Ελλάδα οι λύσεις εμφανίζονται μαγικά, ψηφίζονται ταχύτατα και δεν δουλεύουν ποτέ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 5.7.2009