Ο άνθρωπος που ήθελε να γράφει

on . Posted in Κόσμος


«Το γράμμα του νόμου που αφορά την προστασία της εθνικής ανεξαρτησίας και οικονομίας στην Κούβα, επιτρέπει στις αρχές της χώρας μου να με φυλακίσουν για τη μόνη ανεξάρτητη πράξη που έκανα: να γράφω χωρίς να μου υπαγορεύει κανείς τι θα γράψω.

»Ο δρόμος που τράβηξα πριν λίγα χρόνια, μετά τη ρήξη μου με τον κρατικό Τύπο, με μεταμόρφωσε σε διαφορετικό άνθρωπο: κάποιον που απελευθερώθηκε από τον εαυτό του, που σε απειλητικές και εχθρικές συγκυρίες μπορούσε να ξεκινήσει το ταξίδι προς την προσωπική του ελευθερία.

»Το μόνο που κατάφεραν ο φόβος, η φυλακή και οι παρενοχλήσεις, ήταν να δώσουν μεγαλύτερη αξία σ' αυτή την ανακάλυψη. Συνετέλεσαν στο να πιστέψω ότι η ανεξαρτησία του ατόμου είναι περισσότερο από ιδέα ή ανάγκη. Είναι πλέον ένα αδάμαστο ένστικτο.

»Έτσι ένας νόμος γραμμένος με τη φθαρτή μελάνη της πολιτικής απάτης και τυλιγμένος με αδέξιους ελιγμούς, για να μας κάνει να μοιάζουμε -εμάς μια μικρή ομάδα δημοσιογράφων που δουλεύουμε στην Κούβα- με συμμάχους εμπόρων ναρκωτικών και προαγωγών και πληρωμένους μισθοφόρους των ΗΠΑ, δεν μου δημιουργεί τίποτε άλλο παρά αηδία.

»Τα χρόνια στη φυλακή που με τόση γενναιοδωρία υπόσχεται ο νόμος πρέπει να μας θορυβήσουν πέρα από τον φόβο της τιμωρίας. Δείχνουν ότι η Κούβα έχει μετατραπεί σε μια απομονωμένη φυλή της Καραϊβικής, κλειστή στη διακίνηση πληροφοριών και στη συζήτηση ιδεών, απομακρυσμένη από την εξέλιξη και την αλλαγή.

»Αντέδρασα στην απειλή αυτού του νέου νόμου, στις προσβολές των υπηρετών της καθεστωτικής δημοσιογραφίας, στα απειλητικά τηλεφωνήματα που δεχόμουν σπίτι μου -αυτό το συνειδητοποιώ κάθε φορά που μένω μόνος μου με τη γραφομηχανή μου- με τη χαρά της γνώσης ότι είμαι ελεύθερος, με τη σιγουριά ότι δημοσιογραφώ με αντικειμενικότητα. Ξέρω ότι το να γράφω την άποψή μου για την κοινωνία που ζω δεν μπορεί να είναι αδίκημα.

»Δεν μπορώ να αισθανθώ ένοχος. Είναι σα να με κατηγορούν επειδή αναπνέω, ή σα να προβλέπεται ποινή φυλάκισης επειδή αγαπώ τις κόρες μου, τη μητέρα μου, τη σύζυγό μου, τον αδελφό μου και τους φίλους μου.

»Δεν μπορώ να θεωρήσω εαυτόν εγκληματία επειδή περιέγραψα με ακρίβεια το δράμα τριακοσίων και πλέον πολιτικών κρατουμένων, ή επειδή έκανα ρεπορτάζ για ένα παλιό κτίριο που γκρέμισαν στην Αβάνα, ή γιατί δημοσίευσα μια συνέντευξη κάποιου Κουβανού ο οποίος ζητά πλουραλιστική κοινωνία με ελευθερία έκφρασης.

»Κανένας, κανείς νόμος δεν μπορεί να με κάνει να θεωρηθώ εγκληματίας επειδή έγραψα για τη σύλληψη κάποιου διαφωνούντα, ή για τις τιμές των βασικών αγαθών στην Κούβα, ή επειδή έγραψα κάποιο άρθρο λέγοντας πως είναι καταστροφή για τη χώρα το γεγονός ότι χιλιάδες και χιλιάδες Κουβανοί αυτοεξορίζονται στις ΗΠΑ, ή εκατοντάδες άλλοι που ζουν στο εξωτερικό δεν θέλουν να γυρίσουν πίσω.

»Κανείς δεν μπορεί να με κάνει να νιώσω εγκληματίας, ή πράκτορας του εχθρού, ή κάποιος που δεν αγαπά τη χώρα του, ή να με κάνει να πιστέψω κάποια από τις φαιδρές κατηγορίες που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση για να υποβαθμίσει και να εξευτελίσει. Είμαι απλώς ένας άνθρωπος που γράφει. Και γράφει στη χώρα που γεννήθηκε, στη χώρα που γεννήθηκαν οι πρόγονοί του...»

Ο Ραούλ Ριβέρο, συγγραφέας του παραπάνω κειμένου, είναι γνωστός ποιητής και δημοσιογράφος στην Κούβα. Καταδικάστηκε από το δικτατορικό καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο, μαζί με 80 άλλους διαφωνούντες, σε εικοσαετή φυλάκιση. Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «La Nacion» της Αργεντινής.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 23.4.2003