Οι διαδρομές του πολιτικού χρήματος

on . Posted in Κόσμος


Αν πρέπει να παρηγορηθούμε, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο πονοκέφαλος για το πολιτικό χρήμα δεν είναι ούτε τωρινό ούτε αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Απασχολεί τις κοινωνίες όλου του κόσμου από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα. Τότε, σύμφωνα με τον καθηγητή του Στάνφορντ Λόρενς Λέσινγκ, «οι επιχειρήσεις άρχισαν να κατανοούν ότι το κράτος μπορεί να γίνει εργαλείο ανταγωνισμού και ότι τα κέρδη από μια καλή ρύθμιση είναι μεγαλύτερα από τα κέρδη του ανταγωνισμού στην αγορά».

Πρέπει κατ' αρχήν να ξεχωρίσουμε τις έννοιες. Αν και οι ροές του πολιτικού χρήματος πολλάκις τέμνονται με τη διαφθορά, το πρόβλημα με το πολιτικό χρήμα δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις η διαφθορά. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ο χρηματισμός πολιτικών προσώπων είναι σχεδόν μηδενικός, αλλά έχει ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση για την επιρροή διά του πολιτικού χρήματος εταιρειών, αλλά και ολοκλήρων επιχειρηματικών κλάδων στην πολιτική διαδικασία. Το «στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα» έχει συζητηθεί ιδιαίτερα μετά την αποχαιρετιστήρια ομιλία του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ το 1961: «Η σύνδεση ενός τεράστιου στρατιωτικού κατεστημένου και μιας μεγάλης βιομηχανίας όπλων είναι νέο φαινόμενο. Η συνολική του επιρροή -οικονομική, πολιτική, ακόμη και πνευματική- είναι αισθητή σε κάθε πόλη, σε κάθε κοινοβούλιο πολιτείας, σε κάθε ομοσπονδιακό γραφείο... Η κυβέρνηση πρέπει να βρίσκεται σε επαγρύπνηση για να μην υπάρξει ηθελημένα ή αθέλητα αυθαίρετη επιρροή του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος... Δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψουμε ώστε το βάρος αυτού του συμπλέγματος να επηρεάσει τις ελευθερίες ή τη δημοκρατική διαδικασία».

Αυτή η αθέμιτη επιρροή είναι στο στόχαστρο των κοινωνιών της Δύσης. Εκεί όμως είναι τα δύσκολα. Η νομοθεσία είναι δύσκολη, διότι αφενός πρέπει να καταπολεμηθεί η επιρροή και αφετέρου πρέπει να προστατευτεί η πολιτική διαδικασία από υπερβολικές ρυθμίσεις.

Το πόσο ακανθώδες είναι το ζήτημα του πολιτικού χρήματος φαίνεται από τις δαιδαλώδεις ρυθμίσεις, αλλά και από τις διαρκείς αλλαγές της αμερικανικής νομοθεσίας (συν τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν ισχύ νόμου). Στις ΗΠΑ ο νόμος για τη χρηματοδότηση των κομμάτων πέρασε το 1971, τροποποιήθηκε υπό το βάρος του Watergate το 1974, άλλαξε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 1976, τροποποιήθηκε πάλι το 2002, ενώ τώρα συζητείται να τροποποιηθεί εκ νέου. Αυτά ισχύουν για τις ομοσπονδιακές εκλογές. Για πολιτειακές και τοπικές εκλογές κάθε πολιτεία έχει τους δικούς της νόμους. Κάποιες απαγορεύουν την ιδιωτική χρηματοδότηση και η πολιτεία αναλαμβάνει τις δαπάνες των υποψηφίων, σε άλλες υπάρχει μόνο ιδιωτική χρηματοδότηση, ενώ οι περισσότερες ακολουθούν μικτό σύστημα.

Σε ομοσπονδιακό επίπεδο -και παρά τον νόμο του 1974- δεν μπαίνει πλαφόν στις δαπάνες των υποψηφίων. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι κάτι τέτοιο περιορίζει την ελευθερία του λόγου πολιτικών και κομμάτων. Περιορισμός στις δαπάνες μπαίνει μόνο όταν συγχρηματοδοτεί το κράτος τους υποψηφίους με την αναλογία ένα προς ένα: για κάθε δολάριο που συγκεντρώνει ο υποψήφιος από ιδιωτικές εισφορές το κράτος προσθέτει άλλο ένα.

Αντιθέτως, το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε τους περιορισμούς στις απευθείας δωρεές πολιτών και παρά τα θρυλούμενα υπάρχει καθολική απαγόρευση απευθείας χορηγιών από επιχειρήσεις και συνδικάτα.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι το πολιτικό χρήμα έχει πολλά ποδάρια. Η απευθείας χρηματοδότηση (η επονομαζόμενη «σκληρή») γίνεται μόνο από άτομα και περιορίζεται σε 108.200 δολάρια στη διετία (σε υποψηφίους και στο κόμμα). Υπάρχει όμως και η «μαλακή χρηματοδότηση».

Υπάρχουν οι Επιτροπές Πολιτικής Δράσης (Political Action Committee ή PAC). Αυτές είναι οργανώσεις πολιτών στήριξης μιας υποψηφιότητας, αλλά κατ' ουσία είναι ταμεία των υποψηφίων ή των κομμάτων. Οι χρηματοδοτήσεις των ατόμων περιορίζονται στα 5.000 δολάρια. Αλλά PAC μπορούν να συστήσουν και οι επιχειρήσεις και τα συνδικάτα. Οι πρώτες περιορίζονται να μαζεύουν λεφτά από τους μετόχους και τους μάνατζερ της εταιρείας, ενώ τα συνδικάτα μόνο από τα μέλη τους. Οι προσφορές άνω των 200 δολαρίων δημοσιοποιούνται ηλεκτρονικά, ενώ οι διαφημίσεις τους πάντα τελειώνουν με τον υποψήφιο να δηλώνει «είμαι ο τάδε, υποψήφιος του δείνα κόμματος και προσυπογράφω αυτήν τη διαφήμιση». Το τελευταίο θεσπίστηκε κυρίως για να περιοριστεί η αρνητική διαφήμιση.

Οι Επιτροπές Πολιτικής Δράσης είναι στο επίκεντρο μιας τεράστιας διαμάχης και πολλοί ζητούν να κλείσει αυτό το παράθυρο επιρροής μεγάλων επιχειρήσεων στην πολιτική. Ηδη ο Μπαράκ Ομπάμα δήλωσε ότι δεν θα δεχθεί χρήματα από αυτές τις οργανώσεις.

Μια δεύτερη βοήθεια σε υποψηφίους είναι οι επονομαζόμενες «οργανώσεις 527» - από τον αριθμό της διάταξης του φορολογικού κώδικα των ΗΠΑ για τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις. Αυτές ενισχύουν διαφημιστικά τους υποψηφίους. Απαγορεύεται από τον εκλογικό νόμο να συμπράξουν με τα επιτελεία των υποψηφίων σε κοινή στρατηγική και δεν μπορούν να υποστηρίξουν ρητά έναν υποψήφιο. Απαγορεύεται δηλαδή να αναφέρεται στα διαφημιστικά τους «ψηφίστε τον...», «υποστηρίξτε τον...», «καταψηφίστε» ή «μην υποστηρίζετε τον...». Περιγράφουν όμως τον σκοπό τους και δηλώνουν ποιος από τους υποψηφίους τον υποστηρίζει. Είναι κάτι σαν το «νιάου, νιάου στα κεραμίδια», αλλά η δράση τους προστατεύεται από το Σύνταγμα. Κάθε ομάδα πολιτών έχει απαράγραπτο δικαίωμα να υποστηρίξει τον σκοπό της και τον υποψήφιο που είναι πιο κοντά στον στόχο της.

Και αυτές οι οργανώσεις είναι στο επίκεντρο μιας τεράστιας διαμάχης, τουλάχιστον σε, ότι αφορά την ερμηνεία του βαθμού υποστήριξης των υποψηφίων. Στις εκλογές του 2004 οι Ρεπουμπλικανοί κατήγγειλαν τέσσερις οργανώσεις ότι βρίσκονταν σε συνεννόηση με τους Δημοκρατικούς, ενώ οι Δημοκρατικοί κατήγγειλαν μία των Ρεπουμπλικανών για τον ίδιο λόγο. Τελικά, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εκλογών έβαλε πρόστιμα σε δύο οργανώσεις εκατέρωθεν του πολιτικού φάσματος.

Η συζήτηση για το πολιτικό χρήμα είναι έντονη σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις ΗΠΑ διογκώνεται ένα κίνημα κατά των χορηγιών επιχειρήσεων και λομπιστών στις ομοσπονδιακές (κυρίως) εκλογές. Ενα από τα τελευταία επιχειρήματά τους είναι το όριο κατανάλωσης... ζάχαρης στα παιδιά. Ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει εκδώσει οδηγία που θέτει όριο κατανάλωσης ζάχαρης στα παιδιά το 10% των καθημερινών τους θερμίδων, στις ΗΠΑ διακομματικά το όριο ανέβηκε στο 25%. Η Ενωση Παραγωγών Ζάχαρης είναι ένας από τους μεγαλύτερους χορηγούς γερουσιαστών και βουλευτών στις ΗΠΑ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 29.6.2008