Στην εποχή της «δασαπαγορεύσης»

on . Posted in Οικολογία


Η ιστορία της τροπολογίας για το Πόρτο Kαράς στη Χαλκιδική, έχει τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα αναδεικνύει όμως για μια ακόμη φορά τις τεράστιες αγκυλώσεις που έχουν δημιουργηθεί γύρω από την αγορά γης, την γραφειοκρατία και κυρίως τα προβλήματα που γεννά το καλβινιστικό δόγμα «άπαξ δάσος, πάντοτε δάσος».

Κατ' αρχήν σ' αυτή τη χώρα δεν ξέρουμε που υπάρχει δάσος. Που είναι ιδιωτικές οι εκτάσεις και που δημόσιες. Που τελειώνουν τ' αμπέλια και που αρχίζουν τα δένδρα. Ποιοι ελαιώνες φτιάχτηκαν για να γίνουν ελαιώνες και ποιοι για να γίνουν οικόπεδα. (Είναι γνωστή η προσφιλής τακτική πολλών δασοφάγων να φυτεύουν ανάμεσα στα πεύκα ελιές και όταν οι τελευταίες πάρουν κάποιο ύψος κόβονται τα δένδρα και το δάσος μεταμορφώνεται σε ελαιώνα εν μία νυκτί.)

Το πρώτο, λοιπόν, μεγάλο σκάνδαλο του ΠΑΣΟΚ είναι ότι παρά τις τεράστιες χρηματοδοτήσεις της Ε.Ε. η χώρα δεν απέκτησε ακόμη κτηματολόγιο. Το δημόσιο -εμείς, δηλαδή- δεν γνωρίζουμε τι έχουμε. Δεν ξέρουμε τι πρέπει να προστατεύσουμε και τι να αφήσουμε να αναπτυχθεί. Το αποτέλεσμα σήμερα είναι να προστατεύονται τυπικά τα πάντα και ουσιαστικά τίποτε.

Πάνω σ' αυτή την ασάφεια στηρίζονται όλοι οι υποκριτές της Αριστεράς και της Προόδου που χαρακτηρίζουν «ανοσιούργημα» κάθε αναπτυξιακό βήμα της χώρας. Το βαφτίζουν μεν οικολογικό, αλλά εννοούν επενδυτικό. Η Αριστερά έχει μια σχέση μίσους με τις ιδιωτικές επενδύσεις, κι αυτό το μίσος έγινε κυρίαρχο ιδεολόγημα της πατρίδας μας. Κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία είναι εξ ορισμού ύποπτη, αφού έχει σκοπό το κέρδος. Αν μάλιστα αφορά και το περιβάλλον τότε βαφτίζεται «έγκλημα».

Η καλβινιστική όμως αυτή αντιμετώπιση του περιβάλλοντος δημιουργεί μύρια προβλήματα.

Πρόβλημα πρώτον. Δημιουργήθηκε μια εξαιρετικά στρεβλή κτηματαγορά, η επόμενη φούσκα, μετά το χρηματιστήριο. Αυτή τη στιγμή υπάρχει τεράστια ζήτηση για πρώτη και δεύτερη κατοικία, οι νομοθετικές απαγορεύσεις όμως περιορίζουν ασφυκτικά την προσφορά. Αυτό αναγκαστικά διογκώνει τις τιμές, δημιουργεί πλασματικές αξίες και οιονεί περιουσίες.

Πρόβλημα δεύτερον. Αποκλείονται οι επενδύσεις στη χώρα. Και γιατί γίνονται ασύμφορες λόγω κόστους γης, αλλά και γιατί μπορούν να σκαλώσουν οπουδήποτε στον γραφειοκρατικό μηχανισμό. Αυτός αποτελείται από ανθρώπους που είτε λειτουργούν με το δόγμα «άπαξ δάσος...», είτε απλώς φοβούνται την κατακραυγή. Αλλά ακόμη κι αν ξεπεραστεί ο τεράστιος σκόπελος της δημόσιας γραφειοκρατίας υπάρχει και μια ιδιότυπη κοινωνική γραφειοκρατία οικολόγων και οικολογούντων που πουλούν την πραμάτεια τους σε ένα πεπεισμένο ακροατήριο ότι ο επενδυτής έρχεται να τους φάει το δάσος έχοντας μάλιστα ως ποταπό κίνητρο το κέρδος.

Πρόβλημα τρίτον (και ίσως κυριότερο). Η τεράστια ζήτηση συνοδευόμενη με τη χαμηλή προσφορά στη γη ενισχύουν την διαφθορά. Όπου υπάρχει χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, όταν υπάρχει η προσδοκία τεράστιου κέρδους ανθεί η μαύρη συναλλαγή. Σε όλα τα επίπεδα.

Α. Οι γκρίζες περιοχές της πολυνομίας επιτρέπουν κάθε είδους αυθαιρεσίες τους κυβερνώντες. Από την άλλη μεριά κάθε προσπάθεια απεγκλωβισμού των επενδύσεων από τον κυκεώνα της γραφειοκρατίας, μπορεί να χαρακτηριστεί αυθαιρεσία. Έτσι μπαίνουμε σε ένα φαύλο κύκλο διαφθοράς, κρατικής ακινησίας και περαιτέρω πολυνομίας. Τροπολογίες επί τροπολογιών κατατίθενται κι ουδείς ξέρει σύμφωνα με ποιο νόμο χτίζεται κάτι, ή γκρεμίζεται κάτι.

Β. Αποκεντρώνεται η διαφθορά. Και οριζόντια στο πολιτικό σύστημα και κάθετα στον δημόσιο τομέα και την κοινωνική ιεραρχία κάθε τόπου. Αναλογικά. Ακόμη κι αν ένας επιχειρηματίας έχει τις καλύτερες των προθέσεων και θέλει να κάνει κάποια επένδυση ξέρει ότι πρέπει να «λαδώσει» οικουμενικά, διότι ακόμη κι ένας δήμος να γκρινιάξει μπορεί να τιναχτεί στον αέρα ολόκληρη η επένδυσή του -είτε η εμφανής, είτε η υπόγεια.

Γ. Δημιουργείται διαφθορά και σε χαμηλότερα επίπεδα. Υπερβάσεις πενήντα ή εκατό τ.μ. λογίζονται, με βάση την αξία γης ως περιουσία για κάποιον που χτίζει ένα σπίτι. Είναι διατεθειμένος, λοιπόν, να πληρώσει κάτι παραπάνω (και φυσικά μαύρο) στην πολεοδομία για να την αποκτήσει.

Δ. Ενισχύεται και η πολιτική συναλλαγή. Η υψηλή ζήτηση με χαμηλή προσφορά στη γη δημιουργεί χιλιάδες αυθαιρετούχους οι οποίοι πιέζουν πολιτικά την νομιμοποίηση της παρανομίας τους. Έτσι ενώ κοινωνικά κυριαρχεί το δόγμα «άπαξ δάσος...» σε μικρο-επίπεδο αυτό ισχύει πάντα για τους άλλους.

Πρόβλημα τέταρτον. Δεν προστατεύεται τελικά το περιβάλλον. Σήμερα η Χαλκιδική είναι ουσιαστικά κατεστραμμένη. Όχι από το μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο κοιτάμε μην τυχόν και κουνηθεί, αλλά από μικρές ιδιοκτησίες. Ακαλαίσθητο μπετόν πνίγει τις πλαγιές της και άθλιες μικροκατασκευές τις παραλίες της.

Ζούμε σ' αυτή τη χώρα μια περίεργη εποχή «δασαπαγόρευσης». Η ανεπάρκεια της κυβέρνησης να φτιάξει κτηματολόγιο μαζί με τις ιδεολογικές αγκυλώσεις πνίγουν το περιβάλλον, εμποδίζουν την ανάπτυξη (στον τουρισμό αποβλέπουμε -τρομάρα μας!- χωρίς να έχουμε ξεκαθαρίσει τι μπορεί να χτισθεί και που) και κυρίως δημιουργεί τεράστια διαφθορά σε όλα τα επίπεδα. Χρειάζεται, λοιπόν, 1. να ξεκαθαριστεί η κατάσταση μέσω κτηματολογίου και δασολογίου. 2. Να απελευθερωθεί γη για να εκτονώσει τις οικιστικές πιέσεις, 3. να μπουν απλοί κανόνες δόμησης. Αν δεν γίνουν αυτά, οι υποθέσεις τύπου Πάχτα θα είναι κανόνας στην πολιτική ζωή του τόπου...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 26.1.2004