Αναζητώντας το μεγάλο ηγέτη...

on . Posted in Γενικά


Υπάρχει έλλειμμα ηγεσίας στην Ελλάδα και τον κόσμο; Το ερώτημα αυτό τέθηκε από τον κ. Μίμη Ανδρουλάκη με το νέο βιβλίο του («Ζητούνται αλχημιστές», εκδόσεις «Καστανιώτη») και επαναδιατυπώθηκε πολλάκις στην παρουσίαση του βιβλίου του, που έγινε χθες στα... όρθια στον πολυχώρο «Bacaro». Στα λαϊκά ερωτήματα «πού 'ναι ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου (senior);», ή «γιατί δεν έχουμε σήμερα έναν Μιτεράν κι ένα ντε Γκολ;», ή «γιατί το πολιτικό σύστημα δεν παράγει Λίνκολν και Τζον Κένεντι;» η απάντηση του κ. Ανδρουλάκη είναι αφοπλιστική: Γιατί δεν τους χρειαζόμαστε.

Είναι η Ιστορία που παράγει τους ηγέτες και όχι το αντίστροφο. Όταν -ο μη γένοιτο!- ζήσουμε κρίσιμες στιγμές, θα δούμε και τη δράση των μεγάλων ηγετών, την οποία ακριβώς αυτές οι κρίσιμες στιγμές θα αναδείξουν.

Αυτή όμως η μισή αλήθεια. Καταρχήν, είναι ευτύχημα που η πολιτική διαδικασία έχει απονευρωθεί επαρκώς από τις εντάσεις του παρελθόντος, αυτές που παρήγαγαν τους γοητευτικούς ηγέτες, αλλά και τους μεγάλους λαοπλάνους. Η πολιτική σήμερα είναι γκρίζα, επειδή η παρελθούσα εμπειρία την περιόρισε με κανόνες. Δεν επιτρέπει στους αρχηγούς να ασκούνται ατιμώρητα σε ταχυδακτυλουργικά κόλπα, σαν εκείνα που μας είχε συνηθίσει π.χ. ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Από την άλλη, ένας πολιτικός σήμερα ζει σε ένα πολυσύνθετο και αποκεντρωμένο σε ό,τι αφορά την εξουσία περιβάλλον. Αυτό ακριβώς το περιβάλλον δεν επιτρέπει τις μεγάλες πρωτοβουλίες, αλλά ούτε τα μεγάλα ρίσκα. Δεν επιτρέπει τις γοητευτικές μπαγαποντιές στις οποίες μας είχαν συνηθίσει οι ηγέτες, ελέω ελλιπών δημοκρατιών κανόνων, αλλά απαγορεύει ταυτόχρονα και κινήσεις που βύθισαν σε τραγωδίες ολόκληρους λαούς. Με άλλα λόγια, οι δικλίδες του πολιτικού μας συστήματος δεν επιτρέπουν την ανάδειξη ενός Τσόρτσιλ, αλλά ούτε και τη διολίσθηση της Δημοκρατίας, όπως έγινε στο μεσοπόλεμο με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και ο Χίτλερ υπήρξε μέγας ηγέτης του λαού του. Προς το κακό, όμως. Στο βαθμό, λοιπόν, που το πολιτικό σύστημα επιτρέπει την ανάδειξη ενός ηγέτη από κείνους που νοσταλγούμε, στον ίδιο ακριβώς βαθμό επιτρέπει και την ανάδειξη ενός ηγέτη απ' αυτούς που προτιμάμε να λησμονούμε. Αλλά ακόμη και οι ηγέτες που νοσταλγούμε έχουν πτυχές ή περιόδους του βίου τους που δεν θέλουμε να θυμόμαστε.

Υπάρχει όμως κι ένας άλλος παράγων που αποτρέπει την ανάδειξη μεγάλων ηγετών: Είναι η εξάπλωση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και ειδικά της τηλεόρασης.

Ένα μεγάλο κομμάτι της εικόνας των ηγετών του παρελθόντος ήταν θολή. Καταρχήν, κρυβόταν από την ψυχρότητα και την ελλειπτικότητα του τυπογραφικού λόγου. Με την τηλεόραση πανταχού παρούσα η κατάσταση αυτή άλλαξε. Είδαμε, για παράδειγμα, προχθές την αμηχανία του κ. Τόνι Μπλερ όταν στο χώρο που θα μιλούσε εισέβαλαν ακτιβιστές οικολόγοι. Δεν είναι ηγέτης ο Aγγλος πρωθυπουργός που κέρδισε τρεις απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις κι άλλαξε τη Βρετανία; Φυσικά, εμπίπτει στον τυπικό ορισμό των ηγετών. Ταυτόχρονα, όμως, είναι θύμα της τυραννίας της οικειότητας που δημιουργεί η τηλεόραση. Ένα οικείο πρόσωπο ή το αγαπάς ή το μισείς. Δεν το σέβεσαι ώστε να τον χρίσεις ηγέτη...

Με αυτόν τον τρόπο, με την υπερέκθεση δηλαδή στο τηλεοπτικό φως, αποδομήθηκε και το ηγετικό προφίλ του κ. Γιώργου Παπανδρέου. Βλέποντάς τον μέχρι να πληρώνει και τα διόδια «ένα πρόσωπο με κασκόλ», όπως τον βάφτισε ο κ. Κώστας Μητσοτάκης. Η λεπτομερής δημοσιότητα, την οποία πολλοί από τα Δεξιά θεωρούσαν δώρο της διαπλοκής στο νέο αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, ήταν στην ουσία ένα δηλητηριασμένο βέλος. Έκαψε την ηγετική εικόνα του. Η καμπύλη που σχηματίζει το γράφημα της τηλεοπτικής δημοσιότητας σε σχέση με τη δημοφιλία έχει κωδονοειδές σχήμα. Στην αρχή βοηθάει και μετά καίει.

Στην εποχή της λεπτομερούς καταγραφής των κινήσεων των πολιτικών από τα ΜΜΕ (και ειδικά από την τηλεόραση) είναι ακατόρθωτο να φτιαχτούν ηγετικά προφίλ όπως εκείνα του παρελθόντος. Κι από μια άποψη, ευτυχώς. Γιατί όπως έγραψε και ο μεγάλος θεωρητικός των Μέσων Μάρσαλ Μακλούαν, αν ο Χίτλερ είχε και χρησιμοποιούσε την τηλεόραση αντί του ραδιοφώνου, η πορεία του θα ήταν άλλη και ο κόσμος αλλιώς...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 1.12.2005