Η κατάρα των εγγυήσεων

on . Posted in Aγορά

Δεν γνωρίζουμε τι θα έκανε μεγαλύτερη εντύπωση σε κάποιον ξένο που θα παρακολουθούσε τις τελευταίες πολιτικο-δημοσιογραφικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος που εκλήθη να διασώσει από τη χρεοκοπία μια επιχείρηση ενημέρωσης είναι κομματικό στέλεχος, και μάλιστα του κυβερνώντος κόμματος, ή ότι είναι δημοσιογράφος χωρίς ειδικές χρηματοοικονομικές γνώσεις;

Πιθανότατα θα χλεύαζε το πρώτο, ως δείγμα μιντιακής υπανάπτυξης, αλλά δεν θα κατανοούσε το δεύτερο. Θα ήξερε ότι σε ένα σύνθετο χρηματοοικονομικό περιβάλλον για να διασωθεί μια επιχείρηση με χρέος 350% του ΑΕΠ της και η οποία συνεχίζει να έχει ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, απαιτούνται άνθρωποι με περίτεχνες χρηματοοικονομικές γνώσεις. Οχι κάποιο δημοσιογραφικό στέλεχος, που μάλιστα θα λαϊκίζει με δήθεν «εγγυήσεις». Βεβαίως, αν ήξερε λίγο την ελληνική πραγματικότητα, δεν θα του έκαναν εντύπωση οι πληροφορίες της εφημερίδας «Αυγή» ότι «ο Β. Μουλόπουλος πριν αναλάβει ζήτησε εγγυήσεις. Η μία ήταν η διασφάλιση των θέσεων εργασίας και η δεύτερη η συνέχιση της κυκλοφορίας των εφημερίδων και της λειτουργίας των άλλων δομών του ΔΟΛ» (19.1.2017). Θα γνώριζε ότι ο κ. Μουλόπουλος είναι ΣΥΡΙΖΑ και στενός συνεργάτης του κ. Αλέξη Τσίπρα. Μην ξεχνάμε ότι ο τελευταίος υποσχέθηκε κοτζάμ πρόγραμμα Θεσσαλονίκης...

Πολλοί δικαίως αναρωτήθηκαν από ποιον ζήτησε τις εγγυήσεις ο κ. Μουλόπουλος και ποιος ήταν εκείνος που τις έδωσε. Εικάζουμε ότι κάποιος εγγυήθηκε, διότι τελικώς ο κ. Μουλόπουλος έλαβε την «προσωπική του απόφαση» να μεταπηδήσει από το τιμόνι της προβληματικής επιχείρησης «Αυγή Α.Ε.» στο πηδάλιο της επίσης προβληματικής επιχείρησης «ΔΟΛ Α.Ε.». Το ζήτημα όμως είναι ότι αυτός που έδωσε τις εγγυήσεις, εκτός από καλές προθέσεις, θα πρέπει να έχει και λεφτά, που θα ’λεγε και η συγχωρεμένη Μάργκαρετ Θάτσερ. Στις προβληματικές επιχειρήσεις, οι θέσεις εργασίας και η συνέχιση της λειτουργίας δομών σημαίνουν ότι κάποιος βάζει λεφτά.

Παλιότερα τις εγγυήσεις τις έδιναν οι πρωθυπουργοί και οι παρατρεχάμενοί τους. Η συνταγή ήταν απλή: η κυβέρνηση αποφάσιζε να δανειστεί λίγο παραπάνω από τις αγορές για να χρηματοδοτήσει το «αγαθό της ενημέρωσης» ή, ακόμη πιο παλιά, τύπωνε μερικά πεντοχίλιαρα παραπάνω και διά του πληθωριστικού χρήματος μπορούσε να δίνει κάθε είδους εγγύηση. Ολοι οι πολίτες γίνονταν φτωχότεροι, αλλά ο πρωθυπουργός εμφανιζόταν κιμπάρης. Τώρα, με τις τράπεζες ρημαγμένες (εξαιτίας της διαπραγμάτευσης με τα πουκάμισα έξω), τον δημόσιο κορβανά τρύπιο (ολημερίς τον γεμίζουν οι φορολογούμενοι και το βράδυ τον αδειάζουν τα «παιδιά του λαού») και με την τρόικα παρούσα, ο κ. Τσίπρας τζάμπα κάνει τον καμπόσο ότι «εγώ δεν θα δώσω δάνεια με αέρα». Ολοι υποπτευόμαστε ότι πολύ θα ήθελε να έχει την... «εθνική ανεξαρτησία» να χαράξει την πολιτική τού «δώσε κι εμένα, μπάρμπα». Ολοι επίσης γνωρίζουμε ότι πλέον κανείς πρωθυπουργός δεν μπορεί.

Ιστορικώς, οι εγγυήσεις –οι κανονικές και ουχί οι φρούδες που πήρε ο κ. Μουλόπουλος– υπήρξαν η μεγάλη κακοδαιμονία των ελληνικών επιχειρήσεων ΜΜΕ. Οι εγγυήσεις έκαναν τα ΜΜΕ μια μορφή ιδιωτικών ΔΕΚΟ, τα αδρανοποίησε. Οδήγησε τους ανθρώπους του Τύπου σε συλλογικό επίπεδο να πιστεύουν ότι, ανεξαρτήτως των τεχνολογικών και οικονομικών εξελίξεων, τα ΜΜΕ θα επιβιώνουν χάρη στο ασυμμάζευτο και «αχρεοκόπητο» κράτος. Αυτό πιστοποιείται από το γεγονός ότι η ελληνική αγορά των ΜΜΕ μέσα σε είκοσι χρόνια έζησε δύο μεγάλες επαναστάσεις (της ιδιωτικής τηλεόρασης και του Διαδικτύου) και δεν χαμπάριασε το παραμικρό. Ούτε οι Ενώσεις Συντακτών ούτε οι Ενώσεις Ιδιοκτητών έκαναν κάποια μελέτη, ένα συνέδριο για τις νέες προκλήσεις που αντιμετώπιζε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει ο κλάδος. Με το κράτος χορηγό –την εποχή που λεφτά υπήρχαν στις αγορές ή τυπώνονταν στον Χολαργό– ουδείς ανησυχούσε για το μέλλον. Ετσι, μαζί με όλα τα άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζει παγκοσμίως ο Τύπος, οι ελληνικές εφημερίδες αποξενώθηκαν από τη φυσική τους αγορά, δηλαδή τους αναγνώστες, και στράφηκαν στον πλούσιο πελάτη τους, δηλαδή στο πολιτικό σύστημα που διαχειριζόταν το κράτος. Τα δημοσιεύματα για την τριμερή Ψυχάρη-Τσίπρα-«γάτας Ιμαλαΐων» απλώς αποκάλυψαν την τελευταία σκηνή αυτής της σχέσης.

Γράφαμε και παλιότερα ότι «τα ελληνικά ΜΜΕ δεν λειτουργούν στην “αγορά της ενημέρωσης”. Βρίσκονται στην “αγορά της πολιτικής επιρροής”. Εκεί ακριβώς συναντιέται η αριστερή ιδεοληψία, που θέλει την ενημέρωση να μην είναι εμπόρευμα (τότε γιατί να πωλούνται οι εφημερίδες και γιατί να πληρώνονται οι δημοσιογράφοι;) με μια διάχυτη επιχειρηματική πρακτική που έχει κέρδη κυρίως από την αγορά της πολιτικής επιρροής· τα κέρδη πιστοποιούνται από το γεγονός ότι επιζούν 26 εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας και από τον πλούτο των εκδοτών με φτωχές κυκλοφορίες... Ο προσανατολισμός στην “αγορά πολιτικής επιρροής” πιστοποιείται και από διάφορα άλλα φαινόμενα στον χώρο. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, τα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων ΜΜΕ προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από το πολιτικό ρεπορτάζ, άσχετα αν τις περισσότερες φορές δεν έχουν εμπειρία στην παραγωγή του προϊόντος και δεν αξιολογούνται επί της ουσίας για τις διαχειριστικές τους ικανότητες. Οι εκδότες δεν χρειάζονται ανθρώπους που θα παράγουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο το προϊόν τους, αλλά ανθρώπους που θα διαχειρίζονται τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και κυρίως με την εκάστοτε κυβέρνηση. Είναι νόμος της αγοράς: ο καλύτερος πελάτης σερβίρεται πρώτος. Και συνήθως ο καλύτερος πελάτης των επιχειρηματιών ΜΜΕ είναι το κράτος, είτε διά της κρατικής διαφήμισης και άλλων νομοθετημάτων που εξασφαλίζουν άκοπα λεφτά είτε διά των δημοσίων έργων που χρηματοδοτούν τις παθητικές επιχειρήσεις ΜΜΕ» («Το επιχειρηματικό έλλειμμα των ΜΜΕ», Athens Voice 2.7.2009).

Τώρα οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, επειδή είναι θρασύτεροι από τους υπόλοιπους, δεν τηρούν καν τα προσχήματα: αντί της έμμεσης πολιτικής αλληλοεπιρροής κυβερνήσεων-ΜΜΕ, πέρασαν κατευθείαν στην προσπάθεια ελέγχου τους με την αποστολή κομματικού τοποτηρητή στον μεγαλύτερο αλλά χρεοκοπημένο δημοσιογραφικό οργανισμό.

Δεν θα πετύχει κάτι ο κ. Μουλόπουλος. Ούτε βραχυπρόθεσμα ούτε μακροπρόθεσμα. Βραχυπρόθεσμα, δεν υπάρχει τραπεζίτης που θα βάλει το κεφάλι του στον τορβά για να δανείσει μια χρεοκοπημένη επιχείρηση. Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε κυνήγι μαγισσών για τα δάνεια των ΜΜΕ, τα οποία μάλιστα παλιότερα στηρίζονταν σε δεκαπλάσιους διαφημιστικούς τζίρους από τους σημερινούς. Μακροπρόθεσμα θα χαντακώσει την ελάχιστη έστω ελπίδα που θα μπορούσε να υπάρξει για τα προϊόντα ΔΟΛ στην αγορά, διότι ουδείς μπορεί να εμπιστευτεί έντυπα στα οποία υπάρχει κομματικός τοποτηρητής. Το μόνο που θα επιτύχει και αυτή η μεθόδευση είναι να αφήσει νέες πληγές στο σώμα της Δημοκρατίας. Δυστυχώς, στην πολιτική, οι κακές πρακτικές διώχνουν τις ευπρεπείς.

Το θλιβερότερο, όμως, συμπέρασμα από αυτήν την περιπέτεια είναι άλλο: Ενας εκλεγμένος και νέος (σε ηλικία μόνο) πρωθυπουργός και ένας μεγάλος επιχειρηματίας πίστευαν, και πιστεύουν, ότι παρ’ όλα όσα ζει η χώρα, αυτοί θα κάνουν business as usual. Οτι θα ελέγξουν την πληροφόρηση, θα στείλουν κομισάριους στα ΜΜΕ, θα βρέξει κρατικά λεφτά για τις χρεοκοπημένες επιχειρήσεις χωρίς σχέδιο εξυγίανσής τους. Και όλα αυτά ύστερα από οκτώ χρόνια κρίσης, εκ των οποίων τα έξι σε μνημόνια...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 22.1.2017