Τα σπαταλημένα χρόνια της Μεταπολίτευσης

on . Posted in Βιβλία


  • Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση, Πόλις, Αθήνα 2008, σελ. 438
  • Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης 1974-1990. Σταθερή Δημοκρατία σημαδεμένη από τη μεταπολεμική ιστορία, Θεμέλιο, Αθήνα 2001, σελ. 407


Υπάρχει ένας δημοσιογραφικός θρύλος που θέλει τον Κώστα Καραμανλή να είναι μέγας θαυμαστής του Ανδρέα Παπανδρέου. Σύμφωνα με αυτόν τον θρύλο, ο νεαρός Κώστας Καραμανλής τον επισκέφθηκε ως υποψήφιος διδάκτωρ για κάποια συνέντευξη και η προγραμματισμένη ημίωρη συνάντηση κατέληξε σε τρίωρη συζήτηση για όλα τα πολιτικά θέματα της εποχής. Τότε, σύμφωνα πάντα με τον θρύλο, γεννήθηκε ο θαυμασμός του νεαρού Καραμανλή για τον μετρ του πολιτικού τακτικισμού Ανδρέα Παπανδρέου, τον οποίο προσπάθησε να μιμηθεί σε όλα.

Την περίοδο 2004-2008, τότε που κυριαρχούσε ο (όχι και τόσο ανυπόκριτος) θαυμασμός των ΜΜΕ για τον «δυναμικό», «αποφασιστικό», ρήτορα Κώστα Καραμανλή, οι συγκρίσεις με τον Ανδρέα Παπανδρέου οδηγούσαν σε ταύτιση σχεδόν των κινήσεων των δύο πρωθυπουργών. Ήταν η εποχή που κυριαρχούσε το δόγμα της «κεντροδεξιάς πολιτικής κυριαρχίας», η οποία ήταν -τι άλλο;- επανάληψη της κεντροαριστερής πολιτικής κυριαρχίας που είχε εγκαθιδρύσει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πολλοί τότε επιχειρηματολογούσαν ότι το «2004» ήταν το «1981» της κεντροδεξιάς.

Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η αντίληψη, τουλάχιστον ασυναίσθητα, επηρέασε τα πεπραγμένα των στελεχών της ΝΔ, αλλά είναι αλήθεια ότι η περίοδος 2004-2009 είχε πολλά κοινά με την περίοδο 1981-1989. Το κράτος και οι σπατάλες του διευρύνθηκαν και ο αμοραλισμός κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή. Μετά την οικονομική κρίση οι θαυμαστές του Κώστα Καραμανλή συνέχισαν να τον παρομοιάζουν με τον Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά πλέον από αρνητική σκοπιά. Η διακυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, λένε, ήταν εξίσου καταστροφική με την πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ. Πόσο αληθές, είναι αυτό;

Στα δυο βιβλία του καθηγητή στο Tμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Γιάννη Βούλγαρη, τα ερωτήματα αυτά έχουν απαντηθεί με ιδιαίτερη σαφήνεια και καθαρότητα. Τα στοιχεία και η συστηματική ανάγνωσή τους οδηγούν σε καθαρά συμπεράσματα τα οποία ακυρώνουν τη δημοσιογραφική φήμη που κυκλοφόρησε ως βεβαιότητα· και πλέον, όταν αναφερόμαστε στους δυο αυτούς πολιτικούς άντρες, η σύγκριση μεταξύ τους λειτουργεί ως στερεότυπο. Αλλά ας αρχίσουμε με ορισμένα στοιχεία, δηλαδή από τους αριθμούς.

Κοιτάζοντας τα νούμερα υπάρχουν πολλές ομοιότητες. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης, π.χ., σχεδόν εκτοξεύτηκε σε απόλυτους αριθμούς και στις δύο περιόδους. Το 1981 ήταν περίπου 30 δισ. δολάρια (34,5% του ΑΕΠ), και έφτασε τα 88 δισ. το 1989 (69,9% του ΑΕΠ). Το 2004 ήταν 167 δισ. ευρώ και το 2009 άγγιξε τα 300 δισ. ευρώ (1). Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και στις δύο περιόδους καταβαραθρώθηκε, το ίδιο και οι ιδιωτικές επενδύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1985 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έφτασε στο 10% (και οδήγησε σε υποτίμηση και στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα Σημίτη), ενώ το 2008 έφτασε στο 14,5% του ΑΕΠ.

Ένα άλλο κοινό των δύο περιόδων είναι η σχέση εσόδων και δαπανών του Δημοσίου, που αντικατοπτρίζει και τον εκμαυλισμό του εκλογικού σώματος από τις κυβερνήσεις. Γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης για την περίοδο 1981-1989:

Το 1981 το σύνολο των δημοσίων δαπανών της Ελλάδας ως ποσοστό του ΑΕΠ έφτανε το 38% και των τρεχόντων εσόδων το 29%, ενώ τα αντίστοιχα μεγέθη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 48,5% και 43,5% αντίστοιχα. Το 1989 οι δαπάνες στην Ελλάδα έφτασαν το 43,6% ενώ τα έσοδα έμειναν ουσιαστικά στάσιμα στο 29,2% (2).

Αντιστοίχως, το 2004 οι δημόσιες δαπάνες ήταν 45,4% του ΑΕΠ και τα έσοδα 38%. Το 2009 οι δημόσιες δαπάνες έφτασαν το 51,1% του ΑΕΠ και τα έσοδα έπεσαν στο 37,3% του ΑΕΠ. Και στις δύο περιόδους οι αυξημένες δαπάνες του Δημοσίου δεν έγιναν επενδύσεις, αλλά αύξησαν το μισθολογικό κόστος του Δημοσίου.
Από κει και πέρα αρχίζουν οι διαφορές, διόλου κολακευτικές για τη διακυβέρνηση Καραμανλή. Η πρώτη και μεγάλη διαφορά είναι ότι τα εκφυλιστικά φαινόμενα της περιόδου 1981-1989 ήταν το τοξικό υποπροϊόν κάποιων πολιτικών επιλογών. Καλώς ή κακώς, στη Μεταπολίτευση κυριάρχησε η αντίληψη ότι πρέπει να αλωθεί το «κράτος της Δεξιάς» και κυρίως οι πολυπλόκαμοι μηχανισμοί του που τόσα δεινά επέφεραν στον τόπο.

Αυτός ο φόβος δεν ήταν αβάσιμος. Το μετεμφυλιακό κράτος, κατά τον Γιάννη Βούλγαρη, ήταν «ένα “διπλό κράτος”, ένα διπλό νομικό, θεσμικό και ιδεολογικό καθεστώς με σκοπό να περιορίσει την ελευθερία και την πολιτική δράση των ηττημένων του εμφυλίου». Γράφει σχετικά:

Αυτή η δεύτερη όψη του κράτους κρεμόταν σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια των πολιτών με αριστερά φρονήματα ή των “συνοδοιπόρων” τους, αλλά όχι μόνο. Κρεμόταν πάνω από το κεφάλι της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, οριοθετώντας την, επιτηρώντας την, ώστε να μην υπερβαίνει τα εσκαμμένα που όριζε το μετεμφυλιακό σύστημα εξουσίας. (…) Με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο διαιώνιζε τις επιπτώσεις του εμφυλίου, αλλά και τις καθιστούσε πολιτικό εργαλείο για την οικοδόμηση του συνασπισμού εξουσίας. (…) Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα πλέγμα εξουσίας στο οποίο συνυπήρχαν πανίσχυρα εξωκοινοβουλευτικά κέντρα και σημαντικοί οικονομικοί παράγοντες...» (3).

Ας μην ξεχνάμε ότι ο πρώτος που αντιμετώπισε το πρόβλημα –χωρίς, φυσικά, να το διατυμπανίζει– ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αυτός ξεμπέρδεψε με το παλάτι και έκανε βαθιές τομές στο στράτευμα. Η έφοδος του ΠΑΣΟΚ στο κράτος, μαζί με μια ανεπεξέργαστη σε βάθος αντίληψη εκδημοκρατισμού των θεσμών, υπήρξε η ακραία εκδοχή αυτής της κοινής εκείνα τα χρόνια αντίληψης. Αυτό πιθανώς να εξηγεί το γεγονός ότι ο ισχυρός τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής ουδόλως εναντιώθηκε στις εσωτερικές εξαλλοσύνες του ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου. Ο ίδιος είχε καεί από αυτό το σύστημα εξουσίας, όταν το 1963 αναρωτήθηκε «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;». Η δολοφονία Λαμπράκη αλλά και το πραξικόπημα έδειξαν ότι κάποιοι μηχανισμοί αυτού του συστήματος -που ήταν βαθιά ριζωμένοι στο κράτος- είχαν αυτονομηθεί. Γράφει ο Βούλγαρης:

«Στις 21 Απριλίου 1967 ένα μέρος αυτού του συστήματος έκρινε ότι ο κοινοβουλευτισμός είχε ξεπεράσει τα όρια που του είχαν υπαγορεύσει και η δαμόκλειος σπάθη έπεσε. Μόνο που έπεσε στα κεφάλια όχι μόνο των ηττημένων του εμφυλίου αλλά και της μεγάλης πλειοψηφίας των νικητών» (4).

Το αίτημα για μεγάλες τομές στο κράτος προς «δημοκρατική κατεύθυνση» ήταν κυρίαρχο.

«Οι θεσμοί της μεταπολιτευτικής Ελλάδας διαμορφώθηκαν σε κλίμα ρήξης με το γράμμα και το πνεύμα της “περιορισμένης δημοκρατίας” της μετεμφυλιακής περιόδου», επισημαίνει λίγο παρακάτω ο συγγραφέας. «Η διαμόρφωση και κυρίως η δυναμική των φιλελεύθερων-δημοκρατικών θεσμών της μεταπολίτευσης δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν παραβλέψουμε το γενικευμένο κλίμα ρήξης με το τραγικό παρελθόν» (5).

Σ’ αυτό το κλίμα ρήξης οφείλονται και οι υπερβολές του. Μπορεί εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος αυτοί οι θεσμοί να κρίνονται από ανεπαρκείς μέχρι καταστροφικοί (σ’ αυτό συνετέλεσε τα μάλα και ο λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου), αλλά δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι το προηγούμενο μοντέλο είχε φτάσει στα όριά του. Σήμερα, για παράδειγμα, ζούμε τη διάλυση των Πανεπιστημίων που επέτρεψε ο νόμος πλαίσιο του 1982. Όμως το προηγούμενο καθεστώς της έδρας είχε σαπίσει. Χρειαζόταν επειγόντως αλλαγή· απλώς αυτή έπρεπε να γίνει πιο λελογισμένα και με σχέδιο β΄ για την αντιμετώπιση των εκφυλιστικών παρενεργειών που έτσι κι αλλιώς κάθε αλλαγή δημιουργεί. Μπορεί να διαπιστώνουμε σήμερα πολλές σπατάλες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας αλλά έπρεπε να γίνει. Δεν θα μπορούσε να μην υπάρχει πρόσβαση του συνόλου του πληθυσμού σε υγειονομική περίθαλψη. Απλώς χρειαζόταν και τα επόμενα βήματα, όπως είναι η καθιέρωση λογιστικών προτύπων στα νοσοκομεία, η αποκέντρωση κ.λπ.

Είναι της μόδας σήμερα να απαξιώνονται μεγάλες τομές όπως η δημιουργία του ΕΣΥ, η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, η ενίσχυση του συνδικαλιστικού κινήματος, η αλλαγή στη λειτουργία των πανεπιστημίων κ.ά., λόγω των τοξικών υποπροϊόντων τους που λουζόμαστε. Για να αξιολογηθούν όμως σωστά αυτές οι τομές πρέπει να πάρουμε υπόψη τι προϋπήρχε και αν η αναπαραγωγή τής τότε κατάστασης θα παρήγαγε σήμερα θετικότερα αποτελέσματα.
Τα πρώτα σπαταλημένα χρόνια της Μεταπολίτευσης (1981-1989) δεν οφείλονται στο γεγονός ότι έγιναν κάποιες ριζικές μεταβολές, αλλά στο γεγονός ότι δεν έγινε διαχείριση των αποτελεσμάτων τους. Για να είμαστε ακριβείς, επιχειρήθηκε μια στροφή την περίοδο 1985-1988 (κυρίως με το σταθεροποιητικό πρόγραμμα Σημίτη, αλλά και με άγαρμπες παρεμβάσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα και στα «ρετιρέ των ΔΕΚΟ), ωστόσο οι πολιτικές εξελίξεις, η διάχυτη σοσιαλμανία της περιόδου, συν ο τυχοδιωκτισμός του Ανδρέα Παπανδρέου δεν την άφησαν να καρποφορήσει.

Για την περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας (2004-2009) δεν υπήρχε πολιτικό πρόταγμα ούτε λαϊκό αίτημα για «εκδημοκρατισμό» του κράτους. Αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι το τοξικό υποπροϊόν κάποιας πολιτικής επιλογής, αλλά η απουσία κάθε πολιτικής στόχευσης. Η ΝΔ ήρθε στην εξουσία με πρόγραμμα πολιτικής αλλαγής, αλλά με ένα ηθικολογικό πρόταγμα: «θα κάνουμε ό,τι και το ΠΑΣΟΚ, αλλά πιο ηθικά». Με άλλα λόγια έχουμε σήμερα τα προβλήματα που είχαμε το 1990, αλλά χωρίς τις τομές της περιόδου 1981-1989.

Η άλλη μεγάλη διαφορά των δύο περιόδων είναι το διαφορετικό ιδεολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ασκήθηκαν οι πολιτικές των κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου και Κώστα Καραμανλή. Καλώς ή κακώς, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 δεν υπήρχε άλλο ιδεολογικό παράδειγμα πέρα από το κεϊνσιανό. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο. Μπορεί να αγκομαχούσε, αλλά το αντίπαλο ιδεολογικό παράδειγμα δεν είχε ακόμη εμφανιστεί (η Μάργκαρετ Θάτσερ εκλέχτηκε το 1979 και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν το 1981). Αυτό το μοντέλο δεν το ασπαζόταν μόνο το ΠΑΣΟΚ, αλλά και η ΝΔ, η οποία την περίοδο 1974-1981 «όχι απλώς κινήθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής “κεϊνσιανής ορθοδοξίας”, αλλά υπερθεμάτισε σε κρατικό παρεμβατισμό τόσο από ποσοτική όσο και από ποιοτική άποψη» (6).

Έτσι, όσο κι αν φανεί περίεργο, η οικονομική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου δεν ήταν παρά η συνέχεια της πολιτικής του Κωνσταντίνου Καραμανλή με πιο ακραία μέσα. Γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης:

«Η οικονομική πολιτική της ΝΔ (την περίοδο 1974-1981) κινούμενη μέσα στις συντεταγμένες ενός φθίνοντος κεϊνσιανού παραδείγματος το οποίο εξακολουθούσε να ισχύει και στις άλλες δυτικές χώρες, επεδίωξε να εντάξει την διαχείριση της κρίσης μέσα σε μια στρατηγική αναζωογόνησης και ταυτόχρονα εξορθολογισμού του μοντέλου της ανάπτυξης της δεκαετίας του ’60. (…) Σε ετήσια βάση κατά την περίοδο 1974-1981 οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν κατά 3,5% ξεπερνώντας την αύξηση της παραγωγικότητας που ήταν 2,4%. Μάλιστα την περίοδο 1974-78, μέχρι δηλαδή να ξεσπάσει η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση η μέση ετήσια αύξηση των πραγματικών μισθών ήταν πάνω από 8%. (…) Η επέκταση του κράτους-επιχειρηματία κατά την περίοδο 1974-1981 ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Το μερίδιο του κράτους στις βιομηχανικές επενδύσεις προ του 1974 έφτανε μόλις το 0,7% και στην περίοδο 1974-1980 ο μέσος όρος ανέβηκε στο 4,8%. (…) Ο δημόσιος τομέας επεκτάθηκε, πρώτον, μέσα από αλλεπάλληλες κρατικοποιήσεις και, δεύτερον, από την ίδρυση νέων επιχειρηματικών φορέων οι οποίοι θα πρωταγωνιστούσαν στην ανάπτυξη βασικών κλάδων της βιομηχανίας. (…) Πολλοί από αυτούς τους νέους φορείς απλώς γεννήθηκαν επί ΝΔ και άρχισαν να λειτουργούν επί των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ... (7)

Έτσι το ΠΑΣΟΚ στην πρώτη οκταετία εκλήθη να διαχειριστεί την κρίση του μεταπολεμικού παραγωγικού μοντέλου της Δύσης (οι προβληματικές δεν έγιναν επί ΠΑΣΟΚ, έσκασαν στα χέρια του) χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα που οδήγησαν σ’ αυτή την κρίση.

«Η πρώτη τετραετία», γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης, «μπορεί να υπαχθεί στο πρότυπο ενός κεϊνσιανού μεταρρυθμισμού το οποίο ως γνωστόν αποτέλεσε την πολιτική “ορθοδοξία” της μεταπολεμικής Ευρώπης» (8).
Ήταν η «λάθος απάντηση στην κρίση ενός τύπου ανάπτυξης... Το ΠΑΣΟΚ με την άνοδό του στην εξουσία βρέθηκε αντιμέτωπο με την βαθιά κρίση του “φορντικού” παραγωγικού δυναμικού. Σε αντίθεση όμως με τα περισσότερα από τα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα, το ΠΑΣΟΚ προέκρινε μια οικονομική πολιτική που πριμοδότησε την ζήτηση και την κατανάλωση, υποβαθμίζοντας το σκέλος της προσαρμογής και της αναδιάρθρωσης» (9).

Με άλλα λόγια, η δεκαετία του 1980 χάθηκε για τη χώρα λόγω: (α) απουσίας σχεδίου διαχείρισης των τοξικών υποπροϊόντων μιας θεμελιακής αλλαγής στη χώρα που ξεκινά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ολοκληρώνει ο Ανδρέας Παπανδρέου· (β) Αυτή η κοινωνική μεταβολή που στη Δυτική Ευρώπη είχε τον χρόνο να ωριμάσει μέσα από πρακτικές δοκιμής και λάθους καθ’ όλη την μεταπολεμική περίοδο, στην Ελλάδα «ήταν χρονικά συμπυκνωμένη και κυρίως έφτασε στην ακμή της όταν ήδη είχαν αρχίσει να υπονομεύονται οι προϋποθέσεις της... Η δεκαετία του ’80 ήταν στην Ελλάδα το ·πεδίο μάχης” μεταξύ δύο αντίρροπων δυναμικών. Από την μία η “Ελλάδα της μεταπολίτευσης” έφτανε στην κορύφωσή της, από την άλλη ήδη είχαν υπονομευτεί όλες οι δομές της και είχε ολοκληρωθεί ο ιστορικός της κύκλος» (10).

Ο τριτοκοσμισμός, οι άγονοι πειραματισμοί του Γεράσιμου Αρσένη με τις κοινωνικοποιήσεις επιχειρήσεων και τον Δημοκρατικό Προγραμματισμό της Οικονομίας, η απέλπιδα προσπάθεια ανασυγκρότησης των προβληματικών επιχειρήσεων επιδείνωσαν τα προβλήματα.

Στην πενταετία της Νέας Δημοκρατίας δεν υπάρχουν οι ανάγκες της Μεταπολίτευσης, ούτε καν κάποιο νεφελώδες σοσιαλιστικό πρόταγμα. Έχουμε διεύρυνση του κράτους και διόγκωση των κρατικών δαπανών στο όνομα της φιλελευθεροποίησης της οικονομίας. Σε μια περίοδο που και οι σοσιαλιστές αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα του μεγάλου κράτους η ΝΔ αύξησε στα πέντε χρόνια τις καταναλωτικές δαπάνες του Δημοσίου κατά 75% και σχεδόν διπλασίασε τις μισθολογικές δαπάνες (από 13 σε 22 δισ. ετησίως).

Εν κατακλείδι: και η πρώτη περίοδος του ΠΑΣΟΚ (1981-1989) και η περίοδος διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία (2004-2009) ήταν σπαταλημένα χρόνια για τον τόπο, αν σκεφτούμε ότι η νέα Μεγάλη Ιδέα του έθνους είναι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ενδυνάμωση της οικονομίας. Αν όμως υπάρχουν κάποιες δικαιολογίες για την περίοδο της «Αλλαγής» (το πολιτικό κλίμα της εποχής, τα ανεδαφικά οράματα μετασχηματισμού της κοινωνίας, η απουσία αντίπαλου του κεϊνσιανού παραδείγματος, η κρίση του βιομηχανικού μοντέλου που εκλήθη το ΠΑΣΟΚ να διαχειριστεί), για την κυβέρνηση του δεύτερου Καραμανλή δεν υπάρχει κανένα. Στο κάτω κάτω της γραφής η περίοδος της «Αλλαγής», έπρεπε να συνετίζει τις μετέπειτα κυβερνήσεις, αντί να αποτελεί οδηγό γι’ αυτές.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Απολύτως συγκρίσιμα νούμερα δεν υπάρχουν. Η στατιστική είναι μια πολύ δημιουργική διαδικασία στη χώρα μας.
(2) Γ. Βούλγαρης 2001, σ. 164.
(3) Γ. Βούλγαρης 2008, σ. 24.
(4) Ό.π., σ. 24.
(5) Ό.π., σ. 149
(6) Ό.π., σ. 86.
(7) Γ. Βούλγαρης 2001, σσ. 134-137.
(8) Ό.π., σ. 149.
(9) Ό.π., σ. 171
(10) Γ. Βούλγαρης 2008, σ. 18.

Δημοσιεύτηκε στο «Athens Review of Books» τ. Ιουνίου 2010