Η πολιτική του «άσ’ το γι' αργότερα»

on . Posted in Βιβλία


 

Γιάννης Βούλγαρης, Η μοιραία πενταετία. Η πολιτική της αδράνειας 2004-2009, Πόλις, Αθήνα 2011, σελ. 400

Είχα πάντοτε μια απορία. Τι κοιτάζουν οι  Έλληνες, μέσα από τα τζάμια ενός τρόλεϊ; Στις ευρωπαϊκές χώρες, και ειδικά στις βόρειες, οι περισσότεροι επιβάτες στα μέσα συγκοινωνίας διαβάζουν, παρ' όλο που οι πόλεις τους είναι αξιοθέατες. Στην Ελλάδα, πόσες εισόδους πολυκατοικιών πρέπει να δει κάποιος για να χορτάσει; Πόσες αφίσες, πόσα αυτοκόλλητα στους τοίχους κι άθλια γκράφιτι χρειάζεται για να αποστρέψει το βλέμμα του;

Οι Έλληνες δεν διαβάζουν, κι αυτό πιστοποιείται και από τις παγκόσμιες έρευνες αναγνωσιμότητας. Είναι μια από τις θεμελιώδεις κακοδαιμονίες του τόπου. Μεγαλώσαμε γενιές που θεωρούν την ανάγνωση μια βαρετή μηχανιστική διαδικασία απομνημόνευσης ολόκληρων χωρίων από κακογραμμένα –κατά κανόνα– βιβλία. Κάποιοι από αυτούς τους Έλληνες που δεν διαβάζουν γίνονται πολιτικοί. Και στην περίπτωση αυτή, η ζημιά είναι πολλαπλή. Δεν τους λείπουν απλώς τα εφόδια για να αντιμετωπίσουν σύνθετα προβλήματα. Το χειρότερο είναι πως δεν ντρέπονται για όσα θα γραφούν αργότερα στα βιβλία γι' αυτούς. Η αδιαφορία τους για την καταγεγραμμένη ιστορία είναι καθολική. Συνεχίζουν να μη διαβάζουν και μετά την απόρριψή τους από τους πολίτες, από τη λαϊκή ψήφο. Γι' αυτό είτε την εξηγούν με θεωρίες συνωμοσίας είτε απλώς σιωπούν.

Το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Βούλγαρη έχει τον πιο περιεκτικό τίτλο που θα μπορούσε να δοθεί στην τελευταία πράξη του ελληνικού δράματος. Η περίοδος 2004-2009 υπήρξε Η μοιραία πενταετία για τη χώρα και αυτό που τη σημάδεψε ήταν «η πολιτική της αδράνειας» (όπως την προσδιορίζει ο επεξηγηματικός υπότιτλος). Όχι πως πριν το 2004 όλα ήταν καλώς καμωμένα και η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κατεδάφισε ένα άρτιο οικοδόμημα. Μετά το 2000 υπήρχε μεταρρυθμιστικό έλλειμμα στη χώρα, για ο οποίο ο Γιάννης Βούλγαρης έγραψε σε προηγούμενο βιβλίο του:

Η Ελλάδα, πιεζόμενη από την ανάγκη να μη χάσει το τρένο του εκσυγχρονισμού, αποδεικνυόταν δεκτική των εκσυγχρονιστικών τάσεων που έρχονταν από τη Δύση. Αφομοίωνε όμως τις πιο «εύκολες», επιφανειακές και καταναλωτικές όψεις του εκσυγχρονισμού, παρά τα «δυσκολότερα» και απαιτητικότερα παραγωγικά και κοινωνικά μοντέλα. [...] Έτσι συνέβη και με το ευρώ. [...] Ο στόχος επιτεύχθηκε, έμεινε όμως ένα σημαντικό αναπτυξιακό και μεταρρυθμιστικό έλλειμμα. Έτσι η Ελλάδα του ευρώ αντιμετωπίζει και πάλι ένα γνωστό δίλημμα: θα ανταγωνιστεί τις άλλες χώρες με επιλογές και μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τα ποιοτικά και καινοτόμα χαρακτηριστικά της ή θα ανταγωνιστεί «όπως μπορεί» υιοθετώντας φθηνότερες και παραδοσιακότερες λύσεις; (Γ. Βούλγαρης, Η πρόκληση της ηγεμονίας, Πόλις, Αθήνα 2003.)

Σε μια χώρα με τόσο μεγάλα μεταρρυθμιστικά ελλείμματα, η εγκατάλειψη κάθε μεταρρυθμιστικού οράματος  της περιόδου 2004-2009 ήταν μοιραία. Η Ελλάδα βρισκόταν στον ανήφορο, η ελληνική οικονομία αλλά και η κοινωνία έπρεπε να ενσωματώσουν τις νέες πραγματικότητες που η Οικονομική και Νομισματική Ένωση επέφερε.  Στον δύσκολο αυτόν ανήφορο, η αδράνεια των κυβερνήσεων Καραμανλή είχε αποτέλεσμα την κατρακύλα. Όλα χειροτέρευσαν. Το πιστοποιούν οι εθνικοί λογαριασμοί (δημοσιονομικοί και ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών), το πιστοποιούν οι παγκόσμιοι δείκτες (ανταγωνιστικότητας, διαφθοράς, ξένων επενδύσεων κ.λπ.), μπορούσε να το διαπιστώσει κάποιος και περπατώντας μετά τις πυρκαγιές στην Ηλεία του 2007 με τους 46 νεκρούς ή μετά από μια βόλτα στην καμένη από τις ταραχές Αθήνα τον Δεκέμβριο 2008. Σαν να είχε γυρίσει το ρολόι πίσω. Η Ελλάδα της υπερβολικής, έστω, αυτοπεποίθησης, η Ελλάδα της ΟΝΕ και των Ολυμπιακών Αγώνων μεταμορφωνόταν ταχύτατα και πάλι σε «ψωροκώσταινα».

Στη Μοιραία πενταετία του Γιάννη Βούλγαρη μπορούμε να δούμε βήμα βήμα την πορεία της καταβύθισης. Τα κείμενά του, αν και γραμμένα εν θερμώ (είναι δοκίμια δημοσιευμένα στην εφημερίδα Τα Νέα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου), παρ’ όλο που δεν είχαν την αναγκαία χρονική απόσταση, είναι τόσο ψύχραιμα και εμβριθή ώστε, σήμερα, διαβάζονται και σαν το χρονικό μιας καταστροφής. Δεν συναπαρτίζουν όμως χρονικό γεγονότων. Στο βιβλίο καταγράφονται όλες εκείνες οι υπόγειες κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές επεξεργασίες που εξύφαιναν τη χρεοκοπία. Τα γεγονότα είναι απλώς η αφορμή για να αναλυθεί ο «λαϊκισμός της κοινοτοπίας», ο «σκληρός πυρήνας του πολιτισμικού συντηρητισμού», «η πολιτική στον καιρό της ύφεσης», «η κρίση κύρους του ελληνικού κράτους» κ.ά.

Το πρώτο δοκίμιο του βιβλίου ξεκινά με μια αίρεση για τη νεοελληνική σκέψη. Στην εξήγηση για την κρίση, που δίνει η πλειονότητα των Ελλήνων –ακόμη κι αντίθετοι ιδεολογικά μεταξύ τους επιφυλλιδογράφοι, όπως ο Νίκος Μουζέλης και ο Χρήστος Γιανναράς–, ότι δηλαδή «φταίει το κομματικοκρατικό σύστημα» ή, όπως λένε στα καφενεία, «[για όλα] φταίνε [όλοι] οι πολιτικοί», ο Γιάννης Βούλγαρης αντιτάσσει ότι

το κομματικοκρατικό σύστημα δεν είχε, ούτε έχει, περισσότερα παθογενή χαρακτηριστικά απ’ όσα το οικονομικοκοινωνικό ή πολιτισμικό επίπεδο. Στον δημόσιο όμως λόγο η Πολιτική και το κράτος ήταν και αίρουν τας αμαρτίας της συμβολικής καθυστέρησης. Σωστά εν μέρει. Η Πολιτική είναι εξ ορισμού το κέντρο της συνειδητής δράσης για τη μεταρρύθμιση κάθε κοινωνίας. […] Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η αποτυχία των μεταρρυθμίσεων μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τις παθογένειες της πολιτικής, των κομμάτων και του κράτους. Ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα πρέπει να διευρύνει τον κύκλο των ενόχων, δηλαδή να αναλύσει περισσότερο το πεδίο των εμποδίων και να κινητοποιήσει εξυγιαντικές δυνάμεις σε όλα τα επίπεδα. (σσ. 25-26, κείμενο που γράφτηκε στις 9/8/2003)

Η συζήτηση είχε ξεκινήσει με το ερώτημα του Νίκου Μουζέλη «γιατί δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις;» (Το Βήμα, 29/6/2003), όταν ήταν πλέον σε όλους ορατό ότι το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα του ΠΑΣΟΚ είχε χάσει  κάθε δυναμική. Είναι, όμως, επίκαιρη και σήμερα, που η χώρα χρειάζεται βαθιές τομές για να ξεκολλήσει από την κρίση και αντιμετωπίζει τις ίδιες κοινωνικές και οικονομικές αδράνειες που καταλήγουν σε πολιτικές αδράνειες. Έγραφε τότε ο Βούλγαρης:

Από τη μεριά της «κοινωνίας» δεν υπήρξε ούτε έντονο αίτημα ούτε ιδιαίτερη ζήτηση μεταρρυθμίσεων. [...] Ο δυναμικός καπιταλιστικός τομέας και ο ευρύτερος κόσμος των επιχειρήσεων, για μια άλλη φορά στην ιστορία του, φάνηκε ότι δεν είχε είτε την ισχύ είτε το ζωτικό ταξικό συμφέρον να λειτουργήσει σαν προωθητικός κριός ευρύτερων εκσυγχρονιστικών μεταβολών. Στήριξε μεν τον εκσυγχρονισμό αλλά, κατά το συνήθειό του, προσαρμόστηκε, συμβίωσε, εκμεταλλεύτηκε τους αναχρονισμούς και την καθυστέρηση, χωρίς να περιφρονήσει και τις «αρπαχτές».

Τα «εξασφαλισμένα» χαμηλά και μεσαία στρώματα εύλογα φοβόνταν ότι θα χειροτερέψει η θέση τους· ότι οι πολιτικές «εθνικής προσαρμογής» στο νέο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον έχουν πραγματικό κόστος στις πρακτικές και στον τρόπο ζωής τους, αν όχι στα εισοδήματά τους. Το γεγονός ενθάρρυνε την «αλληλεγγύη των αμυνόμενων» και διαμόρφωσε μια προδιάθεση στην ακινησία: μη σκαλίζουμε τα πράγματα γιατί θα έρθει και η σειρά μας. (σσ. 27-28)

Αυτές οι γραμμές μπορεί να ήταν προφητικές. Στην εκλογή της Νέας Δημοκρατίας το 2004 συνετέλεσε ιδιαιτέρως η υπερβολική αυτοπεποίθηση του ελληνικού λαού για την ανοδική πορεία της χώρας που έμοιαζε μη αναστρέψιμη, ακόμη κι αν στο τιμόνι βρισκόταν ένας πολιτικός με μηδενική εργασιακή και διοικητική εμπειρία ή ένας άνθρωπος που, όπως έλεγαν οι αντίπαλοί του, «δεν είχε τρέξει ούτε περίπτερο». Η επανεκλογή, όμως, της Ν.Δ., μετά και παρά τις τεράστιες καταστροφές από τις πυρκαγιές, ήταν μια καθαρή εντολή ακινησίας (Βλ. και άρθρο του γράφοντος την επαύριο των εκλογών του 2007, όπου ρητά αναφερόταν ότι «δόθηκε εντολή ακινησίας», Καθημερινή, 17/9/2007). Συνετέλεσε η απαξίωση του σημερινού πρωθυπουργού που τεχνηέντως καλλιέργησαν ακόμα και τα φιλικά προς το ΠΑΣΟΚ ΜΜΕ.

Όμως, παρά τα παιγνίδια των ΜΜΕ, τις δοξολογίες και τις απαξιώσεις των πρωταγωνιστών της πολιτικής σκηνής, η κοινωνία και κυρίως η οικονομία έχει τη δική της δυναμική. Τα σύννεφα μαζεύονταν απειλητικά, ήδη πριν από την «πολιτική αλλαγή». Όπως έγραφε στις 30/8/2003 ο Γιάννης Βούλγαρης

σε νευραλγικά οικονομικοκοινωνικά «υποσυστήματα» (βλέπε την αγροτική οικονομία και τον θεσσαλικό κάμπο, το τουριστικό-περιβαλλοντικό, τα μεγάλα αστικά κέντρα, το δημόσιο-διοικητικό, τον εξαγωγικό τομέα, τον εκπαιδευτικό-ερευνητικό) έχουν συσσωρευτεί εντάσεις καθόσον οι υπάρχοντες μηχανισμοί ανάπτυξης έχουν γίνει αναποτελεσματικοί στο νέο περιβάλλον και οι συσχετισμοί δύναμης των εμπλεκόμενων ομάδων έχουν μεταβληθεί. Η συνειδητοποίηση αυτή δημιουργεί αντιφατικές προδιαθέσεις και συμπεριφορές. Από τη μία, ροπή προς την αμυντική ακινησία, προς τη διασφάλιση των κεκτημένων. [...] Από την άλλη, βουβή συσσώρευση ενός άμορφου αιτήματος μεταρρυθμίσεων. (σ. 29)

Η οπισθοδρόμηση ξεκινά αμέσως, με το γεγονός ότι «οι Ελληνοκύπριοι αποφάσισαν να ψηφίσουν «όχι» στον εαυτό τους, στην τριαντάχρονη εθνική στρατηγική που είχαν χαράξει, στις θυσίες και στους κόπους που αυτή απαίτησε, στην τελευταία ορατή ευκαιρία επανένωσης, την οποία υποτίθεται ότι επεδίωκαν και στην οποία είχαν δεσμεύσει και την Ελλάδα» (σ. 49) Η «πολιτική της αδράνειας», που είχε αποτέλεσμα την κατρακύλα, εμφανίστηκε στο Μπούργκενστοκ της Ελβετίας, εκεί όπου η ελληνική αντιπροσωπεία με πρώτο τον Κώστα Καραμανλή ήταν απούσα στην κρισιμότερη καμπή της ιστορίας του Κυπριακού, ενός προβλήματος που ταλάνιζε τον ελληνισμό για πενήντα συναπτά χρόνια.

Τα αδιέξοδα που δημιουργούσε η «νέα διακυβέρνηση» ήταν ορατά ευθύς εξ αρχής. Σημείωνε ο Γιάννης Βούλγαρης στις 23/4/2005:

Με ταχύτατους ρυθμούς η χώρα οπισθοδρόμησε, πελαγοδρόμησε, επαληθεύοντας όσους από την αρχή υποστηρίξαμε ότι ο τρόπος που είχε ασκήσει αντιπολίτευση η ΝΔ προοιωνιζόταν μια άδοξη κυβερνητική πορεία και μια αδέξια ηγετική ομάδα. Είναι ασφαλώς η πρώτη κυβέρνηση που ενώ δεν είχε παραλάβει «καμένη γη», έβαλε φωτιά και τα έκαψε όλα: κυπριακό, ελληνοτουρκικά και οικονομία. Δεν προσπάθησε να αξιοποιήσει τα εθνικώς κεκτημένα αλλά, μαζοχιστικώς πως, βάλθηκε να καταστρέφει ακόμη κι αυτά που θα της ήταν χρήσιμα.  […] Αυτή η κυβέρνηση δεν ήρθε για να κυβερνήσει αλλά για να ξαναεκλεγεί. Δεν έχει πρόγραμμα ούτε «ατζέντα» (πράγμα που είχε η προηγούμενη κυβέρνηση Ν.Δ., ασχέτως πώς κατέληξε). Αυτό το μείγμα ανεπάρκειας και καιροσκοπισμού, όμως,  κάπου καθιζάνει κάθε φορά και το ίζημα δείχνει ιδεολογικές ροπές και προτιμήσεις, ενώ έχει και αντίστοιχες επιπτώσεις. (σσ. 101, 142)

Η καταστροφή συντελούνταν σχεδόν ανεμπόδιστα. Εκείνη την περίοδο «το ΠΑΣΟΚ [ήταν] περίπου εδώ», έγραφε ο Γιάννης Βούλγαρης (24/7/2004), χωρίς όμως να προχωρά στη λαϊκιστική ισοπέδωση που είχε ξεκινήσει ο φίλιος του Κινήματος Τύπος.

Το ΠΑΣΟΚ έχει να λογαριαστεί, αφενός, με τα όρια της γενικότερης ευρωπαϊκής Αριστεράς της δεκαετίας του ’90 και, αφετέρου, με τα όρια του «δημοτικού εκσυγχρονισμού» που ήταν η αντίστοιχη εθνική εμπειρία […] Γιατί ο εκσυγχρονισμός δεν μπόρεσε να παραγάγει μια ευρύτερη ιδεολογική-ηθική ηγεμονία; […]Το «Γιωργάκης», το «παιδί» και τα τοιαύτα μόνο σαν προσωπικές επιθέσεις μπορούν πλέον να θεωρηθούν, προερχόμενες από αντιπάλους ή από παρακμάζοντες κωμικούς. Η συζήτηση στο ΠΑΣΟΚ και για το ΠΑΣΟΚ μπορεί έτσι να γίνει επί της πολιτικής και όχι επί της ψυχολογίας. (σσ. 58, 60, 96)

Αλλά και δίπλα του

«τα μικρά αριστερά κόμματα ή οπισθοχωρούν σε έναν εθνικολαϊκιστικό συντηρητισμό ή προβάλλουν το “διαδηλωτικό πάθος”, όπως λέει κάπου ο Μαρξ, δηλαδή έναν ξεκρέμαστο ριζοσπαστισμό χωρίς την προοπτική της κοινωνικής αλλαγής» (σ. 59). Συνολικά, «η παντοειδής Αριστερά πληρώνει κατά κύριο λόγο το κόστος της ιστορικής αμηχανίας» (σ. 69).

Απογραφή, κατακρήμνιση ανταγωνιστικότητας, πυρκαγιές, σκάνδαλα, «ζαχοπουλιάδα», καταστροφές στην Αθήνα· σελίδα σελίδα, ο αναγνώστης της Μοιραίας πενταετίας οδηγείται σ’ αυτό που σήμερα μοιάζει αδιέξοδο.

Για τον Γιάννη Βούλγαρη, όμως, υπάρχει ελπίδα κι αυτή βρίσκεται αριστερά. Δεν θα γεννηθεί, όμως, από μια «Αριστερά» που

έχει μετατραπεί σε εξάρτημα του λόγου της, σε εκφωνητή κλισέ που ιστορικά αυτή παρήγαγε, αλλά που σήμερα διαχειρίζονται άλλοι με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. [...] Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η κοινωνία «κρύβεται» πίσω από παραδοσιακά αριστερά κλισέ, δανείζεται ιστορικά ψιμύθια για να εξορθολογίσει και να νομιμοποιήσει επιλογές στασιμότητας. [...] Η Αριστερά έχει απλώς αυτοπαγιδευτεί στην ψευδαίσθηση επιρροής που της δημιουργεί η συχνή χρήση των παλαιών ένδοξων λέξεων. Δεν καταλαβαίνει ότι «γυμνά ονόματα κρατάμε» και ότι η αναγέννηση της αριστερής πολιτικής προϋποθέτει την αποδέσμευση από τα αριστερά κλισέ της. (σσ. 366-367)

Η χώρα χρειάζεται μια «οικονομική και δημοσιονομική μεταπολίτευση». Το δίλημμα «μνημόνιο ή όχι μνημόνιο [είναι] το λάθος» δίλημμα, το λάθος ερώτημα. Όμως, σύμφωνα με τον Γιάννη Βούλγαρη, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η Αριστερά διαμορφώθηκαν στην μεταπολίτευση «κυρίως ως κόμματα της διανομής και της κατανάλωσης. Οι ανάγκες και η κουλτούρα της παραγωγής, της ανταγωνιστικότητας, της καινοτομίας και της υγιούς θεσμικής υποστήριξης των επιχειρηματικών δυνάμεων ήρθαν σε δεύτερη μοίρα». Γι’ αυτό χρειάζεται, πάντα κατά τον συγγραφέα,

«ο νέος προοδευτικός αστερισμός […] να αναστοχαστεί τον εαυτό του, τη διαδρομή του, την πολιτική-προγραμματική κουλτούρα του, προκειμένου να ανταποκριθεί στη νέα ιστορική φάση που πηγαίνει πολύ πέρα από το μνημόνιο» (σ. 399)

Καθένα από τα εβδομήντα δοκίμια του τόμου Η μοιραία πενταετία είναι μια μικρή θέση για την Ελλάδα των αγκυλώσεων που καταρρέει αλλά και για την Ελλάδα που είναι ανάγκη να αναγεννηθεί, ενταγμένη αυτή τη φορά και ιδεολογικά και θεσμικά στην Ευρώπη.

Και μια παρατήρηση για τους αναγνώστες. Κάθε δοκίμιο είναι γλαφυρά γραμμένο και παρά το ότι καταπιάνεται με σύνθετα θέματα διαβάζεται απνευστί. Έχει το ιδανικό μέγεθος για να διαβαστεί σε κάθε διαδρομή των τρόλεϊ, των λεωφορείων ή του μετρό.

Δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Books' Journal», τεύχος Οκτωβρίου