Οι τράπεζες στη δίνη της κρίσης

on . Posted in Βιβλία

Γιαννης Παπαδογιαννης
Το άδοξο τέλος. Η μετέωρη πορεία, η συντριβή και η αναγέννηση των ελληνικών τραπεζών
εκδ. Παπαδόπουλος, σελ. 224

 

Μπορεί η Ελλάδα να ακολούθησε αντίστροφο δρόμο προς τη χρεοκοπία απ’ ό,τι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά δεν υπάρχει αναμάρτητος για την κατάσταση που ζούμε. Είναι αληθές μεν ότι εδώ το κράτος χρεοκόπησε τις τράπεζες, σε αντίθεση με την Ιρλανδία που οι τράπεζες χρεοκόπησαν το κράτος, αλλά, όπως γράφει ο συνάδελφος Γιάννης Παπαδογιάννης, «η χρεοκοπία που βιώσαμε δεν αφορά μόνο το σπάταλο και αναποτελεσματικό κράτος, αλλά όλο το οικονομικό μοντέλο της χώρας. Οι ευθύνες του τραπεζικού συστήματος είναι μεγάλες, καθώς ήταν εκείνο που χρηματοδότησε, όλα αυτά τα χρόνια, το καταναλωτικό μοντέλο που κυριάρχησε τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα».

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έζησε μεταπολεμικά δύο ακραίες καταστάσεις. Από το τέλος του Εμφυλίου και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80 ζούσε τη φάση της ακραίας ρύθμισης. Τότε οι λίγες τράπεζες ήταν εκτελεστικός βραχίονας της εκάστοτε κυβέρνησης που χρηματοδοτούσε μόνο μεγάλες και φίλιες εταιρείες. Οι αδρά δανειοδοτημένες επιχειρήσεις από τις καταθέσεις όλων των Ελλήνων έμαθαν να λειτουργούν σε ένα προστατευμένο περιβάλλον με αστείρευτη ρευστότητα, με αποτέλεσμα όταν αντιμετώπισαν ανταγωνισμό, λόγω ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, έγιναν προβληματικές.

Από το 1985 αρχίζουν τα πρώτα δειλά βήματα απελευθέρωσης του τραπεζικού συστήματος. Οπως αναφέρει ο κ. Παπαδογιάννης, επιτράπηκε «να χορηγούν δάνεια για την κατασκευή ή αγορά έτοιμης κατοικίας με διάρκεια 15 έτη και για ποσό έως 14.600 ευρώ». Το επιτόκιο ήταν μεν ελεύθερα διαπραγματεύσιμο αλλά έπρεπε να είναι 6,5 μονάδες άνω του επιτοκίου καταθέσεων που τότε ήταν 21,5%. Επιτράπηκε η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων να αγοράζουν ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Καταργήθηκε η υποχρέωση των εμπορικών τραπεζών να διαθέτουν το 1% των καταθέσεων υπέρ υπερχρεωμένων επιχειρήσεων κ.ά.

Η μεγάλη αλλά καθυστερημένη απελευθέρωση έγινε τη δεκαετία του 1990, αλλά «ο “εκδημοκρατισμός της πίστωσης” έγινε ανορθόδοξα. Η απελευθέρωση έγινε σε κλίμα ευρωπαϊκής ευφορίας, αμεριμνησίας και χωρίς καμιά θεσμική προετοιμασία για την προστασία των πολιτών και της κοινωνίας από τους μεγάλους κινδύνους του υπερδανεισμού... έτσι από το ένα άκρο, όπου κανένας δεν μπορούσε να πάρει δάνειο (ανεξάρτητα αν ήταν ή όχι αξιόχρεος), περάσαμε στο άλλο άκρο όπου όλοι -πλούσιοι,φτωχοί, ακόμη και άνεργοι- μπορούσαν να εξασφαλίσουν εύκολα και γρήγορα πίστωση».

Μετά την εποχή της απογείωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και τη μεγάλη έξοδο στη ΝΑ Ευρώπη κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, οι τράπεζες «είχαν δεσμεύσει -χωρίς να το συνειδητοποιήσουν- μεγάλο μέρος του ενεργητικού τους σε υψηλής τοξικότητας στοιχεία: κυρίως σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου και δευτερευόντως σε δάνεια που χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά στις ημέρες της ευφορίας», δάνεια που δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν στις ημέρες της κρίσης.

Το PSI προκάλεσε ζημίες 37,7 δισ. στις τράπεζες, ενώ οι αναμενόμενες ζημίες πιστωτικού κινδύνου υπολογίστηκαν από την BlackRock στα 45 δισ. ευρώ. Από την άλλη μεριά, υπήρξε μεγάλη εκροή καταθέσεων: μέχρι τον Ιούλιο του 2012 είχαν φύγει από τις τράπεζες 87 δισ. ευρώ. «Οι τράπεζες έμειναν όρθιες χάρη στην άφθονη ρευστότητα που διέθεσε η ΕΚΤ»: 135 δισ. ευρώ άντλησαν οι τράπεζές μας κι «έτσι τα τραπεζικά καταστήματα και τα ΑΤΜ συνέχισαν να εξυπηρετούν τους πολίτες σαν να μη συμβαίνει τίποτε».

Το μέλλον, κατά τον κ. Παπαδογιάννη, είναι δύσκολο για τις ελληνικές τράπεζες. Φυσικά θα συνεχίσουν να υπάρχουν -αυτό που τελειώνει είναι το επιθετικό μοντέλο της περασμένης δεκαετίας- αλλά «οι εγχώριες τράπεζες θα χρειαστούν πολύ καιρό για να κλείσουν τις πληγές... Ακόμα και στο καλύτερο σενάριο, αυτό της γρήγορης επιστροφής της χώρας σε ανοδική πορεία, οι εγχώριες τράπεζες θα πρέπει να συμβιβαστούν σε μια “χαμηλή πτήση”... Θα χρειαστεί πολύς καιρός για να ξεχαστεί η περιπέτεια, να σβήσουν ο φόβος και οι δυσάρεστες αναμνήσεις, ώστε ένας νέος κύκλος αισιοδοξίας και επέκτασης να ξεκινήσει και πάλι για τις τράπεζες».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 2.2.2014