Ο πολιτικός κατακερματισμός

on . Posted in Βιβλία

Οταν με το καλό αυτή η κυβέρνηση αφήσει την πολυλογία και αποφασίσει να νομοθετήσει, θα δούμε διάφορα περίεργα πράγματα. Θα δούμε, για παράδειγμα, τον παράδοξο κυβερνητικό εταίρο του ΣΥΡΙΖΑ να καταψηφίζει διάφορα νομοσχέδια για κοινωνικά θέματα ή θέματα δικαιωμάτων, αλλά να τα υπερψηφίζει η αντιπολίτευση. Θα δούμε το νέο μνημόνιο να υπερψηφίζεται από μεγάλο μέρος του Κοινοβουλίου, αλλά και να καταψηφίζεται από μεγάλο κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Αυτό το Κοινοβούλιο, όσο κρατήσει, θα είναι κινούμενη άμμος. Δεν έχει τις παλιές καλές σταθερές που τόσο νοσταλγεί ο Θανάσης Διαμαντόπουλος στο βιβλίο του «Το λυκόφως της Δημοκρατίας; Ο κοινοβουλευτισμός της συγκυβέρνησης» (εκδ. Πατάκη).

Το βασικό επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι οι ξεκάθαρες εντολές του λαού που δίνουν μονοκομματικές κυβερνήσεις προάγουν τη δημοκρατική σταθερότητα, ενώ «στον κοινοβουλευτισμό των συγκυβερνήσεων το απρόβλεπτο, το ασταθές και το εναλλάξιμο των κυβερνητικών σχημάτων που προκύπτουν μπορούν να θεωρηθούν από μόνα τους ως στοιχεία που νοθεύουν την ουσία της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Αυτή συνίσταται στην επιλογή από τον λαό τόσο των φορέων της εξουσίας όσο και του πολιτικοϊδεολογικού υποστρώματος της κυβερνητικής πολιτικής. Ακόμη πιο επιβαρυντικό στοιχείο είναι πως εκεί (δηλαδή στον κοινοβουλευτισμό των συγκυβερνήσεων) συχνά οι πολιτικές εξελίξεις προσδιορίζονται από πολύ μικρές αλλά συμπαγείς μειοψηφίες. Μειοψηφίες οι οποίες κατά κανόνα λειτουργούν παρασκηνιακά, όχι σπάνια δε κατευθύνονται από εξωθεσμικούς και λοιπούς, ποικιλόμορφα δραστηριοποιούμενους παράγοντες προκειμένου να επηρεάσουν τις πολιτικές εξελίξεις προς την κατεύθυνση των στενών τους συμφερόντων...».

Για να ενισχύσει το επιχείρημά του, ο κ. Διαμαντόπουλος καταφεύγει στην Ιστορία. Στην Ευρώπη, «δεν μπορώ να ανακαλέσω περίπτωση κατάρρευσης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και εγκαθίδρυσης απολυταρχικού καθεστώτος που να συντελέστηκε σε περίοδο ύπαρξης απόλυτης μονοκομματικής πλειοψηφίας στο Κοινοβούλιό της: ούτε κατά τον μεσοπόλεμο, όταν το φαινόμενο ήταν ενδημικό... ούτε μεταγενέστερα, όταν η μοναδική εγκαθίδρυση στην Ευρώπη νέου δικτατορικού καθεστώτος –αυτή συντελέστηκε στην πατρίδα μας το 1967– έλαβε επίσης χώρα σε συνθήκες απουσίας απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας κάποιου κόμματος».

Σωστά, μόνο που πριν από το 1967 υπήρξε το 1965 και η απουσία απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας κάποιου κόμματος δεν ήταν απόρροια λαϊκής εντολής, αλλά διότι και οι μονοκομματικές κυβερνήσεις δεν είναι, όπως γράφει ο κ. Διαμαντόπουλος, «απολύτως θωρακισμένες απέναντι σε ιδιοτελείς επιρροές έκθεσμων κέντρων, ισχυρών παραγόντων, δυναμικών και συμπαγών συντεχνιών».

Το θέμα όμως σε μια Δημοκρατία δεν είναι πώς θα αποφύγουμε την αθέμιτη ή την ιδιοτελή επιρροή «έκθεσμων κέντρων, ισχυρών παραγόντων, δυναμικών και συμπαγών συντεχνιών». Ετσι κι αλλιώς, η Δημοκρατία ένα χωνευτήρι ιδιοτελών επιρροών είναι. Θα λέγαμε ότι επειδή σε κάθε κοινωνία υπάρχουν πολλά ιδιοτελή συμφέροντα, γι’ αυτό εφευρέθηκε η Δημοκρατία, ώστε να ψηφίζουμε και να μη σκοτωνόμαστε για την ικανοποίηση των ιδιοτελών μας συμφερόντων. Πρόβλημα υπάρχει όταν κάποια συμφέροντα διογκώνονται τόσο πολύ ώστε να επηρεάζουν δυσανάλογα την πολιτική διαδικασία και αυτό μπορεί να γίνει και με μονοκομματικές κυβερνήσεις (με βουλευτές που εξυπηρετούνται και εξυπηρετούν επιχειρηματίες) και με πολυκομματικές μειοψηφίες τις οποίες «κατευθύνουν εξωθεσμικοί παράγοντες», όπως γράφει ο κ. Διαμαντόπουλος.

Το βιβλίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγχειρίδιο πολιτικής μηχανικής των μελλούμενων γεγονότων. Κι αυτό διότι ο πολιτικός κατακερματισμός που φτιάχνει τον «κοινοβουλευτισμό της συγκυβέρνησης» δεν πέφτει από τον ουρανό. Αντικατοπτρίζει τη σύγχρονη ρευστότητα στην κοινωνία, τις πραγματικές πολυπλοκότητες στην οικονομία και τον κοινωνικό κατακερματισμό, δηλαδή όλα αυτά που δεν υπήρχαν στην προηγούμενη βιομηχανική εποχή. Ο πολιτικός κατακερματισμός που δίνει συγκυβερνήσεις είναι το εποικοδόμημα. Το οικοδόμημα της Δημοκρατίας είναι η κοινωνία, αυτή που κατακερματίζεται από την ανάδυση των σύγχρονων τεχνολογιών.

Ας εξαιρέσουμε την ελληνική ιδιαιτερότητα. Εδώ συγκολλητική αιτία του εγχώριου δικομματισμού ήταν το πελατειακό κράτος, το οποίο κατέρρευσε επειδή τώρα δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί. Ο ισχνός δικομματισμός που αναδύθηκε στις εκλογές του Φεβρουαρίου δεν είναι βιώσιμος. Οφείλεται στο γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε να γίνει νέος πόλος του παλιού πελατειακού δικομματισμού· υποσχέθηκε τα πάντα στους πάντες και διάφοροι ήθελαν να δοκιμάσουν αν με «μια καλή διαπραγμάτευση» το πάρτι που τέλειωσε το 2010 μπορεί να συνεχιστεί, όπως παλιά.

Παγκοσμίως όμως υπάρχει νέο τοπίο στην κοινωνία, στην οικονομία, που χαρακτηρίζεται –καλώς ή κακώς– από απέραντη ρευστότητα. Ας σκεφθούμε μόνο μια εικόνα: 28 αρχηγοί κρατών, που συναπαρτίζουν τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου (κάποιοι από αυτούς έχουν και πυρηνικά), να συνεδριάζουν μέχρι τα χαράματα της Δευτέρας για το ελληνικό πρόβλημα και να καταλήγουν εσπευσμένα σε απόφαση διότι σε λίγες ώρες άνοιγε η αγορά του Χονγκ Κονγκ. Ας σκεφτούμε ένα οικονομικό υποκείμενο ο οποίος ταυτοχρόνως είναι εργαζόμενος, μέτοχος εταιρειών, ομολογιούχος διά του ασφαλιστικού του ταμείου, και αυτός ο άνθρωπος θα αλλάξει 7 φορές επάγγελμα στον εργασιακό του βίο. Ας σκεφθούμε τον κατακερματισμό της κοινωνικής εμπειρίας. Είναι γνωστό ότι η τυπογραφία κατ’ αρχάς και μετά τα Mέσα Mαζικής Eνημέρωσης συνετέλεσαν τα μάλα στη δημιουργία των εθνικών ομάδων. Δημιούργησαν κοινές εμπειρίες σε διάσπαρτα γεωγραφικά κομμάτια του πληθυσμού, φτιάχνοντας έτσι εθνική συνείδηση. Ομως τώρα η πληθώρα των διαύλων επικοινωνίας κατακερματίζει την κοινή εμπειρία που λειτουργούσε ως ενοποιητικό στοιχείο και τη θέση της παίρνουν αποσπασματικές εμπειρίες. Ηταν διαφορετικά, για παράδειγμα, όταν στην Eλλάδα υπήρχαν δύο τηλεοπτικά κανάλια (με καλό ή κακό πρόγραμμα, δεν έχει σημασία) και ολόκληρη η επικράτεια είχε κοινό σημείο αναφοράς (έστω ως συζήτηση την επόμενη μέρα στο γραφείο) και θα είναι διαφορετικά όταν υπάρχουν 100 κανάλια, δεκάδες εφημερίδες. Τώρα οι κοινές μας (έστω διαμεσολαβημένες) εμπειρίες κατακερματίζονται και η ενοποιητική ιδιότητα των ΜΜΕ αντιστρέφεται.

Σε μια Δημοκρατία όλη αυτή η ρευστότητα αναγκαστικά θα αντιστοιχηθεί και στο πολιτικό τοπίο. Είτε διά του «ασταθούς κοινοβουλευτισμού της συγκυβέρνησης», όπως λέει ο κ. Διαμαντόπουλος, είτε σε χώρες όπου υπάρχουν εκλογικά και πολιτικά φίλτρα και παράγουν σταθερές κυβερνήσεις από τη ραγδαία κάμψη της δημοτικότητας πολιτικών ομάδων και πολιτικών ηγετών. Εχετε παρατηρήσει πόσο γρήγορα ξεφτίζουν οι ηγέτες που δημιούργησαν μεγάλες ελπίδες; Βεβαίως, αυτή η ρευστότητα ξυπνά και συντηρητικά έως αντιδραστικά ανακλαστικά στις κοινωνίες, με αποτέλεσμα να έχουμε την άνοδο ακροδεξιών κομμάτων που υπόσχονται την επιστροφή σε ένα παραδεισένιο παρελθόν, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.

Σ’ αυτό το ρευστό τοπίο και με διαρκώς επιταχυνόμενες αλλαγές είναι πολυτέλεια αυτό που ο κ. Διαμαντόπουλος λέει, ότι είναι «στη φύση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δηλαδή η διά της λαϊκής ψήφου ανάθεση, για μια συγκεκριμένη περίοδο κυβερνητικών καθηκόντων σε ένα πολιτικό υποκείμενο». Στο νέο τοπίο, όπου οι οικονομικές διεργασίες γίνονται με την ταχύτητα του φωτός –με αυτή την ταχύτητα μια χρηματιστηριακή εντολή από το Χονγκ Κονγκ φτάνει στην Ευρώπη– χρειάζεται να σκεφθούμε νέους πιο ευέλικτους τρόπους πολιτικών διεργασιών. Επομένως, «ο κοινοβουλευτισμός της συγκυβέρνησης» είναι απλώς το ενδιάμεσο στάδιο των τεκτονικών αλλαγών που γίνονται και θα γίνουν τα επόμενα χρόνια στα πολιτικά μας συστήματα. Η τεχνολογία αλλάζει τα πάντα, διαμορφώνει νέες κοινωνικές πραγματικότητες, παγκοσμιοποιεί την υφήλιο και επομένως φέρνει τεκτονικούς σεισμούς στα εθνικά πολιτικά συστήματα. Γι’ αυτό το νέο τοπίο πρέπει να προετοιμαστεί το πολιτικό σύστημα, αντί να νοσταλγεί μια «σταθερότητα» που κάποτε –δηλαδή στη βιομηχανική εποχή– υπήρχε, διότι και στη φεουδαρχία υπήρχε ακόμη μεγαλύτερη «σταθερότητα».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 11.4.2015