Η κληρονομιά ενός ηγέτη

on . Posted in Βιβλία

Ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο συνήθιζε να λέει ότι «το μόνο που μας μαθαίνει η Ιστορία είναι ότι δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτε από την Ιστορία». Δεν μάθαμε, για παράδειγμα, αυτό που φώναζε από το 1975 στη Βουλή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής: «Η πολεμική εναντίον της Δύσεως, Αμερικανών και Ευρωπαίων, γίνεται με το επιχείρημα ότι αυτοί είναι υπεύθυνοι διά την πτώσιν της Δημοκρατίας στον τόπο μας και την τραγωδία της Κύπρου. Αι κατηγορίαι όμως αυταί, κατά την γνώμην μου, δεν είναι μόνο αβάσιμοι, είναι και πολιτικώς ύποπτοι. Υπεύθυνοι δι’ όλες αυτές τις συμφορές του Εθνους μας είμαστε εμείς και μόνον εμείς οι Ελληνες, οι οποίοι προσπαθούμε να φορτώσουμε στους ξένους τις ευθύνες μας διότι δεν έχουμε το θάρρος να τις αναλάβουμε. Δεν λέγω ότι δεν μπορούν ξένες χώρες διά της πολιτικής των να βλάψουν ή να ωφελήσουν. Αλλά η ευθύνη η βασική, η ευθύνη η πρωταρχική, η ευθύνη η εθνική βαρύνει εμάς τους Ελληνες. Αυτό είναι ελληνικό φαινόμενον: να φορτώνουμε πάντοτε στους ξένους τις δικές μας ευθύνες, τα δικά μας σφάλματα. Είναι μόνιμο φαινόμενο στην ιστορία του τόπου μας. Και κάποτε θα πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνην των πράξεών μας, των σφαλμάτων μας, και κατόπιν να αναζητούμε εκείνους που τα ενθαρρύνουν».

Στο βιβλίο του Δημήτρη Καιρίδη «Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο ξένος Τύπος» (εκδ. Πατάκη), δεν απεικονίζεται μόνο η στάση των ξένων απέναντι στον μεγάλο Μακεδόνα πολιτικό, αλλά κυρίως πώς έβλεπαν την Ελλάδα. Θυμίζει τις καλύτερες και τις χειρότερες στιγμές της χώρας και μέσα στη μαυρίλα της εποχής δημιουργεί αισιοδοξία ότι μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να έχει πάλι ο Economist άρθρο με τον τίτλο «Επιτέλους, οι θεοί χαμογέλασαν». Δημιουργεί αισιοδοξία: η χώρα βρέθηκε και κατά το παρελθόν σε πολύ κακούς καιρούς και ανέκαμψε.

Είναι ενδιαφέρον, για παράδειγμα, ότι στις 9 Μαΐου 1992 η βρετανική επιθεώρηση Economist δημοσιεύει ένα πολύ επίκαιρο άρθρο για τη σημερινή κατάσταση. Τίτλο του «Ο ασθενής της Ευρώπης»: «Η απογοήτευση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την Ελλάδα εκκολαπτόταν για καιρό. Τώρα η σήψη στη σχέση έχει γίνει πολύ βαθιά για να αγνοηθεί. Κανένα άρθρο στη Συνθήκη της Ρώμης δεν επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα να αποβάλει κάποιο μέλος της. Καθώς οι σχέσεις της Ελλάδας με τους εταίρους της βρίσκονται στο πιο χαμηλό ιστορικά σημείο, υπάρχουν κάποιοι που θρηνούν γι’ αυτή την απουσία.

»Η Ελλάδα ήταν τυχερή που προσχώρησε το 1981. Πέντε χρόνια νωρίτερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε διατυπώσει τη γνώμη της σχετικά με την ελληνική ένταξη: η Επιτροπή ήταν περισσότερο εχθρική παρά ευνοϊκή... υπέδειξε ότι πολλοί Ελληνες διαφεύγουν του φορολογικού συστήματος και ότι απουσίαζαν σημαντικά στατιστικά στοιχεία.

»Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ελληνας πρωθυπουργός, αντέδρασε οργισμένα. Εκανε έκκληση σε φίλους, όπως ο Χανς Ντίντριχ Γκένσερ, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών και ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν ο Γάλλος πρόεδρος, να ανατρέψουν τη γνώμη της Επιτροπής... Ο κ. Καραμανλής υπέγραψε τη Συμφωνία Προσχώρησης το 1979. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, ένας ένθερμος φιλέλληνας, εκμυστηρεύτηκε σε φίλους ότι η προσχώρηση της Ελλάδας ήταν λάθος.

»Η Ελλάδα δεν εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις οικονομικές της ευκαιρίες... Η Επιτροπή υπέχει μέρος της ευθύνης. Τη δεκαετία του ’80 απέφυγε να επικρίνει την Ελλάδα. Τον Φεβρουάριο του 1991, όταν η Ελλάδα συμφώνησε σε δάνειο 2,2 δισ. ECU, επέβαλε, πράγματι, σκληρούς όρους. Η Ελλάδα υποσχέθηκε να μειώσει τον δανεισμό της κεντρικής κυβέρνησης (σ.σ.: δηλαδή το έλλειμμα) από το 17% του ΑΕΠ στο 1,5% και να συρρικνώσει την εργασία στο Δημόσιο κατά 10% την επόμενη τριετία. Η χαλαρή στάση της Ελλάδας απέναντι σ’ αυτούς τους όρους ώθησε καθυστερημένα την Επιτροπή να ακούσει τη συμβουλή του Αθηναίου γερουσιαστή στο έργο του Σαίξπηρ “Τίμων ο Αθηναίος”: “Τίποτα δεν ενθαρρύνει την αμαρτία, όσο ο οίκτος”. Στις 29 Μαρτίου (σ.σ.: του 1992) η Επιτροπή απέστειλε μια αμείλικτη έκθεση στη νομισματική επιτροπή της ΕΟΚ, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικοί αριθμοί δείχνουν ότι το έλλειμμα της κυβέρνησης έπεσε στο 14% του ΑΕΠ το 1991. Ομως η έκθεση υποστηρίζει ότι η κεφαλαιοποίηση των πληρωμών για τόκους –που σωρεύουν προβλήματα για το μέλλον– σημαίνει ότι το πραγματικό έλλειμμα δεν έχει συρρικνωθεί. Το χρέος της κυβέρνησης είναι τώρα 135-140% του ΑΕΠ. Ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκε κατά 4,4% τον περασμένο χρόνο. Η έκθεση ισχυρίζεται ότι μόνο περικοπές δαπανών 300 δισ. δραχμών για φέτος και 500 δισ. δραχμών το 1993 μπορούν να σταματήσουν τη σήψη των δημοσιονομικών. Ομως επανορθωτικές ενέργειες δεν είναι πιθανές. Η συντηρητική κυβέρνηση του κ. Κωνσταντίνου Μητσοτάκη διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία δύο εδρών».

Ολοι ξέρουμε ότι δέκα χρόνια έπειτα από αυτό το δημοσίευμα η Ελλάδα γινόταν μέλος του ισχυρότερου οικονομικού κλαμπ του κόσμου, δηλαδή της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης, και πάλι λίγα χρόνια μετά, ξαναέγινε το μαύρο πρόβατο της Ευρώπης. Γιατί αυτή η διπολική συμπεριφορά; Πώς από τον απόλυτο θρίαμβο του 2004 οδηγηθήκαμε στη χρεοκοπία του 2009;

Κάθε βιογραφία για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή είναι ένα ιστορικό επιτυχιών. Οικονομική ανόρθωση τις δεκαετίες 1950 και 1960, θεμελίωση της Δημοκρατίας το 1974, είσοδος της χώρας στην τότε ΕΟΚ το 1979 κ.λπ. Αν δούμε όμως κάτω από την επιφάνεια αυτών των επιτυχιών θα δούμε τη μεγάλη αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος και του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Κατά έναν περίεργο τρόπο, οι επιτυχίες των μεγάλων πολιτικών είναι αποτυχίες των κοινωνιών να χειραφετηθούν. Η νεοελληνική ιστορία στην ουσία είχε να κάνει με μια περίεργη συναλλαγή. Είχε πολιτικές ηγεσίες που στρέφονταν στη Δύση και κατάφεραν να εντάξουν αυτή την επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον σκληρό πυρήνα της Δύσης, αλλά από την άλλη μεριά, διά του πελατειακού κράτους, εξαγόραζαν τη συναίνεση του πληθυσμού γι’ αυτή τη στρατηγική επιλογή. Η ρήση του Κωνσταντίνου Καραμανλή «εγώ θα τους βάλω στην ΕΟΚ και αυτοί θα αναγκαστούν να κολυμπήσουν», πραγματοποιείται τώρα σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, επειδή τώρα λείπουν οι «μεγάλοι ηγέτες» που θα πάρουν μόνοι τους τις μεγάλες αποφάσεις για όλους μας. Τώρα τσαλαβουτάμε χωρίς να είναι σίγουρο ότι θα επιπλεύσουμε.

Από μια άποψη, υπήρξαμε τυχεροί και είχαμε κάποιους ηγέτες που ήταν διορατικοί κι επέτυχαν πολλά τα οποία στον καιρό τους ήταν ανεπιθύμητα. Οι επιτυχίες τους όμως ήταν, από την άλλη, δικές μας αποτυχίες. Βολευτήκαμε· και αντί να φτιάξουμε θεσμούς που λύνουν προβλήματα, ψάχνουμε για ηγέτες που θα μας σώσουν· που θα αλλάξουν τη χώρα χωρίς ν’ αλλάξει η κοινωνία.

Οπως πάνε τα πράγματα, η μάχη για να μην καταστραφεί η κληρονομιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή είναι μπροστά μας. Είναι δύσκολη μάχη, διότι ο ελληνικός λαός έχει δηλητηριαστεί από αυτό που κατήγγειλε ο μεγάλος Σερραίος πολιτικός: από την ανόητη μετάθεση ευθυνών στους ξένους και από μια χαχαμπούχα προσέγγιση του «έλα μωρέ... Η χώρα θα είναι καλύτερα εάν δεν ανήκει στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης... Και τι έγινε αν χρεοκοπήσουμε; Το ευρώ δεν είναι φετίχ. Οι Ευρωπαίοι μάς μισούν, μας ζηλεύουν, δεν μας καταλαβαίνουν...» και άλλες τέτοιες ανοησίες.

Η κρίση που ζούμε είναι και κρίση χειραφέτησης της ελληνικής κοινωνίας. Ζούμε τον αναγκαστικό απογαλακτισμό από το πελατειακό κράτος (διότι δεν υπάρχουν λεφτά), αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες που έκαναν τις μεγάλες επιλογές για εμάς. Αυτή τη φορά καλείται ο λαός να επιλέξει αντί των ηγετών του, αν θα συνεχίσει την πορεία προς τη δυτική ολοκλήρωση ή αν θα διολισθήσει σε ένα αποτυχημένο κράτος των Βαλκανίων.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 7.6.2015