Πέρα από το «ροζ» και το «γκρίζο»...

on . Posted in Ελλάδα - Ν.Δ


Πέρα από τις ροζ και τις γκρίζες πτυχές της τραγικής υπόθεσης Ζαχόπουλου, αυτό που αναδεικνύεται είναι η παθογένεια του ευρύτερου πολιτικού συστήματος της χώρας. Κακά τα ψέματα: κάθε τέτοια μεγάλη υπόθεση αναδεικνύει χρόνιες παθήσεις όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά και της δικαστικής εξουσίας, μέχρι και της δημοσιογραφίας.

Η πρώτη παθογένεια αφορά τη συγκεντρωτική πρωθυπουργική δημοκρατία. Σε πολλές χώρες του κόσμου ο πρωθυπουργός είναι παντοδύναμος. Στην Ελλάδα κατέληξε «παντεχνίτης». Δεν χαράσσει, όπως όφειλε, πολιτική θέτοντας στόχους και αποκεντρώνοντας αρμοδιότητες στους υπουργούς του. Διορίζει μέχρι και τους άμεσους συνεργάτες των συνεργατών του.

Αυτό όμως δημιουργεί δυσλειτουργίες. Οποιαδήποτε οργανωσιακή θεωρία κι αν κοιτάξει κανείς, θα δει ότι ο πρώτος πρέπει να επιλέγει τους δεύτερους, οι δεύτεροι τους τρίτους κ.λπ. Ετσι εξασφαλίζεται η μεγιστοποίηση της απόδοσης του συστήματος: επικρατεί σύμπνοια σε κάθε επιμέρους κομμάτι και κάθε στέλεχος έχει διακριτές ευθύνες για την ομάδα που διοικεί. Ο διορισμός των γενικών γραμματέων από τον ίδιο τον πρωθυπουργό εξασφαλίζει κατ' αρχήν την καχυποψία. Οταν ο κ. Ζαχόπουλος αντλεί τις εξουσίες του κατευθείαν από τον πρωθυπουργό, είναι επόμενο κάθε υπουργός να αποποιείται τις ευθύνες του για τον τομέα που διοικεί. Εκτός αυτού σωρεύεται δυσλειτουργία στο σύστημα: υπάρχει παραλληλία στην άσκηση της εξουσίας και κατά συνέπεια διαγκωνισμοί, αλληλοϋπονόμευση. Τελικά καταλήγει το Μέγαρο Μαξίμου να ασχολείται με δευτερεύουσες διαδικασίες της κυβερνητικής λειτουργίας, επειδή ακριβώς προκύπτουν διχογνωμίες μεταξύ ουσιαστικά ισόβαθμων αξιωματούχων.

Χειρότερα: η σίγουρη αποτυχία του συγκεντρωτικού συστήματος χρεώνεται κατευθείαν στον πρωθυπουργό και τα σκάνδαλα σκάνε μέσα στο Μέγαρο Μαξίμου. Είναι μικρότερο το ρίσκο επιλογής 48 υπουργών και τεράστιο το ρίσκο επιλογής 48 υπουργών, συν δεκάδων γενικών γραμματέων, συν κάποιων διοικητών ΔΕΚΟ, συν, συν, συν... Ετσι δημιουργείται μεν η ψευδαίσθηση ελέγχου της απέραντης και δαιδαλώδους κρατικής μηχανής (απόδειξη περί της ψευδαίσθησης είναι αυτή καθαυτή η υπόθεση Ζαχόπουλου) αλλά δεν υπάρχουν φράγματα στην κρίση. Η αποτυχία του μέρους γίνεται αποτυχία του συνόλου.

Μέρος αυτής της παθογένειας είναι η αναξιοκρατία. Η ανέλιξη στα ύπατα αξιώματα δεν χρειάζεται ούτε πτυχία ούτε εμπειρία, παρά μόνο καλές σχέσεις με τον πρωθυπουργό ή το περιβάλλον του. Μπορεί, δηλαδή, κάποιος καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (που δεν έχει διαχειριστεί ούτε το ταμείο του σχολείου του) να καταλήξει διαχειριστής εκατομμυρίων ευρώ και επιτελάρχης ολόκληρης της κρατικής παρέμβασης στη βαριά βιομηχανία (όπως λέγεται) της χώρας μας, στον πολιτισμό, Οι υπεραρμοδιότητες που δόθηκαν στον κ. Ζαχόπουλο το 2004 και αφαιρέθηκαν το 2007 αναδεικνύει μια ακόμη παθογένεια. Το οργανωτικό μοντέλο της κρατικής μηχανής δεν έχει κανόνες. Δεν είναι προϊόν μελέτης της προηγούμενης εμπειρίας. Το οργανωτικό μοντέλο δομείται με όρους εύνοιας. Οσο κάποιο στέλεχος χαίρει της εμπιστοσύνης του πρωθυπουργού, τα έχει όλα. Οταν τη χάνει, τα χάνει όλα.

Ουδείς αλώβητος από το σκάνδαλο

Πέρα από τις παθογένειες της εκτελεστικής εξουσίας, που προαναφέραμε, η υπόθεση Ζαχόπουλου φωτίζει και τις παθογένειες της δικαστικής και της αποκαλούμενης «τέταρτης εξουσίας».

Σε ό,τι αφορά τη δικαστική εξουσία: δεν γνωρίζουμε, αν στην υπόθεση Ζαχόπουλου η δικαιοσύνη χειραγωγείται από την κυβέρνηση, όπως καταγγέλλει το ΠΑΣΟΚ. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης διορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, γεγονός που κάνει τους ισχυρισμούς κάθε αντιπολίτευσης περί χειραγώγησης ευλογοφανείς. Αυτό που επίσης γνωρίζουμε είναι η ιστορία: χειραγωγημένη ή μη η Δικαιοσύνη απέτυχε να δώσει απαντήσεις στα μεγάλα σκάνδαλα του πρόσφατου παρελθόντος, είτε αυτά αφορούσαν τις υποκλοπές, είτε τα ομόλογα, είτε τις απαγωγές των Πακιστανών. Το καλύτερο λοιπόν που μπορούμε να προσάψουμε στη Δικαιοσύνη είναι η αναποτελεσματικότητά της, κάτι που καταρρακώνει το κύρος της και δημιουργεί διαρκώς την αίσθηση του «κουκουλώματος». Είτε αυτό υπάρχει, είτε όχι.

Η βεβιασμένη προφυλάκιση της 35χρονης, πριν υπάρξουν στοιχεία, προσθέτει ένα λιθαράκι στην προϊούσα αυτή αναξιοπιστία. Ουδείς φυσικά μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό έγινε κατόπιν εντολής, αλλά ελάχιστοι πιστεύουν πως κάτι τέτοιο χρειάζεται. Σε μια υπόθεση που εμπλέκεται το πανίσχυρο Μέγαρο Μαξίμου, και με δεδομένη την εξάρτηση (λόγω διορισμού της ηγεσίας) της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία, όλοι είναι σίγουροι πως το πνεύμα του νόμου παραβλέπεται.

Αλλά ούτε η δημοσιογραφία παραμένει αλώβητη από την υπόθεση. Σε όλο τον κόσμο οι δημοσιογράφοι, όταν έχουν κάποια στοιχεία για κρατικούς λειτουργούς είτε τα δημοσιεύουν, είτε τα πετούν στο καλάθι των αχρήστων, αν κρίνουν ότι δεν είναι ευρύτερου ενδιαφέροντος ή παραβαίνουν τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Το γεγονός ότι δημοσιογράφος παρέδωσε σε κυβερνητικό παράγοντα το επίμαχο DVD δεικνύει ότι τα «μαντρόσκυλα της Δημοκρατίας» έγιναν «σκυλάκια της εξουσίας». Αυτό είναι ένα θέμα που αφορά ολόκληρη τη δημοσιογραφική οικογένεια και η σιωπή της ΕΣΗΕΑ δεν περιποιεί τιμή σε κανένα δημοσιογράφο.

Από την άλλη η οχύρωση του διευθυντή του Γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού πίσω από το δημοσιογραφικό απόρρητο είναι εντελώς αστήρικτη και είναι απορίας άξιο πως τη δέχτηκε ο ανακριτής. Το δημοσιογραφικό απόρρητο δεν προστατεύει καν τους δημοσιογράφους, παρά μόνο τις πηγές τους, πόσω μάλλον τα κυβερνητικά στελέχη. Η αποκάλυψη κάθε λεπτομέρειας αυτής της δοσοληψίας είναι ζήτημα τιμής για τον δημοσιογραφικό κόσμο και ουσιώδης πτυχή της υπόθεσης. Πώς γνωρίζουμε ότι ο καταγγελθείς από τον κ. Ζαχόπουλο εκβιασμός έγινε από την προφυλακισθείσα και όχι από κάποιους άλλους;

Η υπόθεση αυτή όζει. Οχι για τα πιθανολογούμενα σκάνδαλα επί ημερών του κ. Ζαχόπουλου στο υπουργείο Πολιτισμού. Κυρίως λόγω της διαχείρισης της κρίσης μετά την αποπομπή του πάλαι ποτέ πανίσχυρου γενικού γραμματέα. Κάθε αποκάλυψη δεν δίνει απαντήσεις, προσθέτει νέα ερωτηματικά. Σε μια περίοδο διάχυτης αναξιοπιστίας των θεσμών, η υπόθεση Ζαχόπουλου εμπεδώνει την καχυποψία για όλους τους πυλώνες της δημοκρατίας. Από την κυβέρνηση, μέχρι τη δικαιοσύνη και μέχρι τα ΜΜΕ. Κάτι που δεν πρέπει να το πάρουμε αψήφιστα...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 3 & 4.1.2008