Η επόμενη μέρα των σκανδάλων

on . Posted in Ελλάδα - Ν.Δ


H αλήθεια είναι ότι σκάνδαλα υπήρχαν πάντα και θα συνεχίσουν να υπάρχουν όσο υπάρχουν άνθρωποι και καλούνται να διαχειριστούν δημόσια περιουσία. Δυστυχώς, δεν έχει βρεθεί το φάρμακο της τιμιότητας και της σεμνότητας και, παρά τις μεγαλοστομίες, πάντα κάποιοι θα επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους τη θέση που τους δίνει ο ελληνικός λαός. Το θέμα είναι τι κάνει μια κυβέρνηση για να ελαχιστοποιήσει τις ευκαιρίες διαφθοράς και τι κάνει αφού εμφανιστεί η διαφθορά.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο, δυστυχώς η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έκανε ακριβώς τα αντίθετα απ' όσα η λογική επιτάσσει για να αποφευχθεί η κακοδιαχείριση. Ανεξάρτητα και ημιανεξάρτητα όργανα ελέγχου και εξισορρόπησης της εκτελεστικής εξουσίας (αρχές που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως φόβητρο σε άτακτους υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη) ξεδοντιάστηκαν. Οσες ανεξάρτητες αρχές βρίσκονταν υπό ευρύτερο δημοκρατικό έλεγχο διορίζονται πλέον από το υπουργικό συμβούλιο. Το μισό βήμα για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης που είχε κάνει το ΠΑΣΟΚ το 1998 με το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων καταργήθηκε. Αυτό εξηγεί το φούντωμα της διαφθοράς: Επειδή και ο άγιος φοβέρα θέλει (πόσω δε μάλλον ο πολιτικός) η φοβέρα των ανεξέλεγκτων αρχών και δικαστών έπαυσε να υπάρχει, με αποτέλεσμα πολλοί να ξεσαλώσουν.

Χειρότερο, όμως, και των σκανδάλων είναι η διαχείρισή τους. Η θεσμική ζημιά που γίνεται μετά την αποκάλυψή τους. Το ανεπαρκές για τον καταλογισμό ευθυνών σε υπουργούς άρθρο 86 του Συντάγματος άρχισε να ερμηνεύεται κατά το δοκούν: το «αμελλητί» μεταφράστηκε σε «μη αμελλητί»· ο διορισμένος από την κυβέρνηση εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έγινε φίλτρο στη μεταβίβαση δικογραφιών στη Βουλή, κατά παράβαση του Συντάγματος που επιτάσσει ότι τις δικογραφίες στέλνει «εκείνος που διενεργεί την έρευνα»· οι βουλευτές της πλειοψηφίας έφυγαν τρεις-τέσσερις φορές από τις ψηφοφορίες· η κοινοβουλευτική σύνοδος τέλειωσε νύχτα με απόφαση του πρωθυπουργού και τέλος αφού επήλθε η νυχτερινή παραγραφή άρχισαν να εμφανίζονται έγγραφα «ξεχασμένα στα συρτάρια των ανακριτών». Ολα αυτά δεν σημαίνουν απλώς την ατιμωρησία κάποιων, είναι και πράσινο φως στους υπόλοιπους: «Μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε, αλλά μην ανησυχείτε, εμείς είμαστε εδώ ακόμη και να κλείσουμε νύχτα τη Βουλή».

Μεγάλο πρόβλημα είναι οι όροι με τους οποίους γίνεται η απόπειρα συγκάλυψης. Είναι η προσβολή της κοινής λογικής για χάρη της επικοινωνίας, που θέλει το κλείσιμο της Βουλής ως απόπειρα ξεκαθαρίσματος του πολιτικού σκηνικού, που επιχειρηματολογεί ότι τα ξεχασμένα επί τρίμηνο έγγραφα στο συρτάρι του ανακριτή είναι απόρροια ενός... χαλασμένου φωτοαντιγραφικού, που προσπαθεί να μας πείσει ότι η Βουλή «έψαξε αλλά δεν βρήκε». Ο επικοινωνισμός έχει μπολιάσει τόσο τα κυβερνητικά στελέχη, ώστε υπουργός δήλωσε ότι το νυχτερινό κλείσιμο της Βουλής όχι μόνο δεν ήταν θεσμική εκτροπή, αλλά δεν υπήρχε καν αιφνιδιασμός!

Το πρόβλημα όμως είναι ότι δι' αυτής της πρακτικής, στα σκάνδαλα των λίγων ή περισσότερων στελεχών της κυβέρνησης, γίνεται συνένοχη ολόκληρη η κεντροδεξιά παράταξη. Αξιόλογα στελέχη -τα οποία χαίρουν εκτίμησης στην κοινωνία- λερώνονται, με αποτέλεσμα να υπονομεύουν την ανασυγκρότηση του χώρου την επόμενη μέρα. Η κεντροδεξιά κινδυνεύει να ξαναγίνει «δεξιά», που «ο λαός δεν ξεχνά». Με διαφορετικούς όρους, από εκείνους της μεταπολίτευσης, αλλά εξίσου επαχθείς για την παράταξη. Αυτή τη στιγμή δεν εκτίθενται μόνο τα πέντε-δέκα στελέχη που τεκμηριωμένα ο ελληνικός λαός υποψιάζεται, εκτίθενται άπαντες. Τα σκάνδαλα βαρύνουν μεν εκείνους που τα έκαναν, αλλά η επιχείρηση συγκάλυψης αμαυρώνει όλους.

Παρά τις επικοινωνιακές αντεπιθέσεις, τα σκάνδαλα έχουν πλέον χρεωθεί στη Νέα Δημοκρατία. Οι δημοσκοπήσεις αυτό φωνάζουν: όσο κι αν προσπαθούν να πείσουν κάποιοι υπουργοί ότι το μαύρο είναι άσπρο, ο ελληνικός λαός έχει βάλει όλες τις υποθέσεις που παραγράφτηκαν στο παθητικό του πολιτικού ισολογισμού της κυβέρνησης. Το κοντέρ, όμως, σ' αυτό το παθητικό ακόμη τρέχει. Η επιχείρηση της συγκάλυψης το διογκώνει. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να το σκεφτούν όλοι.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 17.5.2009