Καλός υπουργός, κακός πρόεδρος;

on . Posted in Ελλάδα - ΠΑ.ΣΟ.Κ


Eνα ενδιαφέρον θέμα άνοιξε ο συνάδελφος Αθανάσιος Ελλις με δύο άρθρα αυτόν τον μήνα. Ξεκινώντας από το ταξίδι του κ. Γιώργου Παπανδρέου στο συνέδριο της Φατάχ εκτίμησε ότι «η δραστηριότητα του προέδρου του ΠΑΣΟΚ επιβεβαιώνει αυτό που είχε καταστεί σαφές κατά την πενταετή θητεία του ως υπουργού Εξωτερικών. Είναι ένας πολιτικός που κινείται με άνεση στο εξωτερικό, διατηρεί προσβάσεις, και είναι αποδεκτός ως αξιόπιστος συνομιλητής, στοιχεία χρήσιμα για τη χώρα, ιδιαίτερα στην περίπτωση που εκλεγεί πρωθυπουργός» («Καθημερινή» 6/8/2009). Συμπλήρωσε δε την επόμενη εβδομάδα ότι «η θετική αποτίμηση της θητείας του στην ηγεσία της ελληνικής διπλωματίας δεν ισχύει και για την πορεία του στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ όπου έχει αποδειχθεί ελλειμματικός» («Κ» 13/8/2009).

Το «καλός υπουργός, κακός πρόεδρος» είναι ένα από τα στερεότυπα που δημιούργησαν τα Μέσα και δεν είναι το πρώτο. Ας μην ξεχνάμε ότι για τα ίδια Μέσα ο κ. Παπανδρέου ήταν στην δεκαετία του '90 «το παιντί με το laptop», από τα ίδια Μέσα έγινε το 2002-2004 ο «Θεός που θα έσωζε το ΠΑΣΟΚ και τη χώρα» και τα ίδια Μέσα άρχισαν να τον παρουσιάζουν μετά το 2005 σαν τον πολιτικό που «δεν καταλαβαίνει τι του λένε» (προφανώς, οι ιδιοκτήτες αυτών των ΜΜΕ).

Πώς όμως κρίνεται ένας πολιτικός ως πρόεδρος κόμματος; Η εύκολη ανάγνωση είναι «αν κερδίζει εκλογές». Αυτό όμως το σκεπτικό πάσχει επειδή κατά κανόνα ο πολιτικός κύκλος της χώρας είναι επταετής. Το μεγάλο πλήγμα για τον κ. Παπανδρέου ήταν οι προσδοκίες που επέτρεψε να δημιουργηθούν περί «δεξιάς παρένθεσης». Γράφαμε και παλαιότερα ότι το ευφυολόγημα του κ. Λαλιώτη έγινε ψυχωτική διαταραχή του πολιτικού συστήματος. Από το 2005 το ΠΑΣΟΚ ήταν σε αναμμένα κάρβουνα. Το 2006 αδημονούσε: «ακόμη να πέσουν;» Και όσο η Ν.Δ. δεν έπεφτε, τόσο χαντακωνόταν ο κ. Παπανδρέου, που «δεν μπορούσε να τη ρίξει».

Το ερώτημα όμως που πρέπει να απαντηθεί είναι άλλο: άλλαξε καθόλου το ΠΑΣΟΚ από το 2004 ή ο κ. Παπανδρέου ασπάστηκε τη λογική του ώριμου φρούτου χωρίς να αγγίξει καθόλου το κόμμα του; Κάποιοι σαρκάζουν ότι η μεγαλύτερη τομή του κ. Παπανδρέου ως προέδρου του Κινήματος είναι ότι κατάφερε εδώ και καιρό να... κόψει το τσιγάρο στους ΠΑΣΟΚους. Είναι αληθές πολλοί αρειμάνιοι μυστακοφόροι του Κινήματος υποφέρουν στα νέα οικολογικά γραφεία, αλλά η μετακόμιση (παρά το μεγάλο συμμάζεμα των οικονομικών του ΠΑΣΟΚ που επέφερε) δεν αποτελεί τομή. Τομή θα μπορούσαν να είναι οι άλλες προτάσεις για τις οργανώσεις τύπου «Κάθε Μέρα Πολίτης» ή τη μετατροπή των γραφείων του ΠΑΣΟΚ σε internet points, ώστε να προσελκύσει τους νέους. Η νεανική αποχή στις ευρωεκλογές έδειξε πόσο χρήσιμες ήταν αυτές οι ιδέες. Υπήρξε όμως μια τομή και η μόνη που έγινε στο κομματικό σύστημα: η απευθείας εκλογή προέδρου από τη βάση. Αυτό που ξεκίνησε ως φανφάρα το 2004 απέδειξε τη χρησιμότητά του το 2007: τα εξωθεσμικά κέντρα δεν μπόρεσαν να επιβάλουν στο ΠΑΣΟΚ και στη χώρα τη λύση που ήθελαν.

Ο κ. Παπανδρέου παρέλαβε το 2004 ένα κόμμα υπό διάλυση, κουρασμένο από την πολυετή διακυβέρνηση και μετά από βαριά ήττα. Ο προκάτοχός του ουδέποτε ασχολήθηκε, ίσως επειδή ένιωθε ξένο σώμα ή επειδή είχε άλλες προτεραιότητες. Βεβαίως, ο κ. Σημίτης μπορούσε να αδιαφορήσει, επειδή έγινε πρόεδρος του κόμματος ως πρωθυπουργός και διά της εξουσίας είχε τη δυνατότητα να υπερβεί τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις οι οποίες -σημειωτέον- δεν έλειψαν ποτέ από τον χώρο. Ειρωνεία: η μεγάλη εσωκομματική ήττα, του κ. Σημίτη στο ασφαλιστικό οφειλόταν στην αντίδραση του παραδοσιακού ΠΑΣΟΚ, η μεγάλη εσωκομματική ήττα του κ. Παπανδρέου για τα μη κρατικά ΑΕΙ οφειλόταν πρωτίστως στην αντίδραση των εκσυγχρονιστών.

Γεγονός πάντως είναι ότι το ΠΑΣΟΚ του 2009 είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από το κόμμα που παρέλαβε ο κ. Παπανδρέου (παρά το γεγονός ότι είναι στην αντιπολίτευση και τα μεγάλα κόμματα παθαίνουν νευρική κρίση στην αντιπολίτευση). Ανέδειξε νέα πρόσωπα, αρθρώνει προτάσεις, εμφανίζει διαφορετικό πολιτικό λόγο. Απέχει, βέβαια, από το να γίνει το τέλειο ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, αλλά απέχει λιγότερο απ' ό,τι απέχει η ελληνική κοινωνία από τις ευρωπαϊκές.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 23.8.2009