Αναζητώντας τον χαμένο πολιτικό διάλογο

on . Posted in Eλλάδα


Ενα από τα ερωτήματα των πολιτών τα τελευταία τρία χρόνια διατυπώνεται σαν παράπονο και οργή για τους πολιτικούς: «Μα δεν έβλεπαν πού πάμε; Γιατί δεν έκαναν κάτι να το αποτρέψουν;». Η αλήθεια είναι ότι αυτοί που έβλεπαν πού πάμε δεν ήταν δημοφιλείς, ενώ εκείνοι που έριχναν λάδι στην καταστροφή, όχι μόνο επανεκλέγονταν αλλά είχαν πιάσει και στασίδι στα κεντρικά ΜΜΕ της χώρας. Η κρατική σπατάλη δεν ήταν κάτι που επιβλήθηκε από τους πολιτικούς, ήταν αίτημα της κοινωνίας που τροφοδοτούνταν διαρκώς από εκπομπές που έκλαιγαν για τη «συνταξούλα» του πενηντάχρονου και τα «επιδοματάκια» του δημοσίου υπαλλήλου (τα οποία σε πολλές περιπτώσεις έφταναν να είναι μεγαλύτερα και από τον ονομαστικό μισθό). Ο δημόσιος διάλογος δεν γινόταν με αριθμούς - έτσι κι αλλιώς στην Ελλάδα ποτέ δεν μετρήσαμε τίποτε. Γινόταν, και συνεχίζει να γίνεται, με λυγμούς.

Το άλλο χαρακτηριστικό του δημοσίου διαλόγου που αποκρύπτει την πραγματικότητα για την κατάσταση της χώρας είναι η αυτοαναφορικότητα της πολιτικής. Αυτή, εν πολλοίς, τροφοδοτείται από τα ΜΜΕ. Γράφαμε και παλιότερα ότι «μεγαλύτερο και από το οικονομικό πρόβλημα της χώρας είναι ο δημόσιος διάλογός της. Αυτός, με βασική ευθύνη των ΜΜΕ, ποτέ δεν προχωρεί στην ουσία της πολιτικής, πάντα μένει στη διαδικασία της. Ποτέ δεν συζητάμε τις προτάσεις ενός πολιτικού, πάντα «αποκαλύπτουμε» προθέσεις του. Ποτέ δεν αναλύουμε πολιτικά προγράμματα, πάντα διυλίζουμε το «σου 'πα, μου 'πες» των πολιτικών. Κάπως έτσι χρεοκόπησε η χώρα, και οι τελευταίοι που το έμαθαν ήταν οι Ελληνες πολίτες» («Καθημερινή», 15.2.2011).

Τα παραδείγματα είναι πολλά, με κορυφαίο την προειδοποίηση του κ. Κώστα Σημίτη από τον Δεκέμβριο του 2008 πως η Ελλάδα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στο ΔΝΤ. Αυτό το ηχηρό καμπανάκι δε έγινε θέμα στα ΜΜΕ, η συζήτηση που ακολούθησε αφορούσε τις ψυχρές σχέσεις του κ. Σημίτη με τον Παπανδρέου και το γεγονός ότι ο πρώτος δεν ανέφερε στην ομιλία του ούτε μία φορά τη λέξη ΠΑΣΟΚ.

Δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Στις 27.7.2008, ο τότε υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης έδωσε μια συνέντευξη στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Σχολιάζοντας τον αντίκτυπο που είχε στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, γράφαμε: «Σ' αυτή τη συνέντευξη ο κ. Αλογοσκούφης είπε αλήθειες και ψέματα. Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία μας πάει από το κακό στο χειρότερο. Η ανταγωνιστικότητα κατρακυλάει, τα ελλείμματα διογκώνονται, οι οικονομικοί δείκτες στο σύνολό τους προοιωνίζονται τα χειρότερα. Τα ψέματα ήταν ότι η ελληνική οικονομία βγαίνει λιγότερο τραυματισμένη από τη διεθνή κρίση επειδή έγιναν οι μεταρρυθμίσεις... Και όμως ουδείς ασχολήθηκε ούτε με τις δύσκολες αλήθειες ούτε με τα τραγικά ψέματα του κ. Αλογοσκούφη. Το πολιτικό-δημοσιογραφικό σκηνικό συνταράχτηκε από μια δευτερεύουσα πρόταση σε μια δευτερεύουσα ερώτηση προς τον κ. Αλογοσκούφη (ο οποίος είπε ότι σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας της Ν. Δ. στις ερχόμενες εκλογές, το κόμμα του θα έπρεπε να συμπράξει με το ΠΑΣΟΚ για τον σχηματισμό κυβέρνησης). Εγιναν ερωτήσεις στο πρες ρουμ και βαθυστόχαστες αναλύσεις για το αν η Ν. Δ. θα συμπράξει μετεκλογικώς με το ΠΑΣΟΚ στην περίπτωση μη αυτοδυναμίας. Η οικονομία, τα ελλείμματα, η χαμένη ανταγωνιστικότητα έφτασαν να μοιάζουν σαν ένα δισέλιδο γαρνίρισμα για μια και μόνο πιθανολόγηση» («Καθημερινή», 30.7.2008).

Αυτή η επικέντρωση των ΜΜΕ στο πολιτικό σκηνικό, αντί στην πολιτική (που αφορά τα πραγματικά προβλήματα του τόπου), δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός της ώσμωσης μεταξύ πολιτικής και δημοσιογραφίας στα καφέ και ρεστοράν πέριξ της πλατείας Κολωνακίου. Ούτε οφείλεται στο γεγονός μόνο ότι πολλοί δημοσιογράφοι θέλουν να ασκούν πολιτική και πολλοί πολιτικοί λειτουργούν πολλάκις σαν δημοσιογράφοι.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Ο ένας είναι η στενή οικονομική εξάρτηση των ελληνικών ΜΜΕ από το κράτος. Η διόγκωση της βιομηχανίας των ΜΜΕ στην Ελλάδα δεν ήταν αποτέλεσμα επιχειρηματικών ευκαιριών, αλλά πολιτικών. Γι' αυτό παρουσιάστηκε το φαινόμενο να συρρικνώνεται η αγορά και ταυτόχρονα να πληθαίνουν τα ΜΜΕ. Ορος επιβίωσης σ' αυτή τη μη αγορά είναι η παρακολούθηση του πολιτικού παίγνιου, αφού οι πολιτικοί είναι οι καλύτεροι (και σε πολλές περιπτώσεις οι μόνοι) πελάτες. Και δεν εννοούμε μόνον ως αναγνώστες. Το ποιος κατέχει τα κλειδιά του κρατικού θησαυροφυλάκιου έχει μεγάλη σημασία για ένα σύστημα που ζει κατά κύριο λόγο από το κρατικό θησαυροφυλάκιο. Κι επειδή αυτό το σύστημα θέτει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, οι καημοί του γίνονται καημοί του τόπου. Τα πραγματικά προβλήματα του τόπου δεν έχουν καμιά ελπίδα, επειδή ακριβώς είναι εκτός των ενδιαφερόντων του. Η διαπλοκή είναι απλώς μία πτυχή αυτής της ανάρμοστης σχέσης. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η υλική βάση της βιομηχανίας των ΜΜΕ διαμόρφωσε το εποικοδόμημα. Πολιτικό θεωρείται πλέον αυτό που κάνουν οι πολιτικοί· αν τσακώνονται ή αν φιλιώνουν· αν αφήνουν αιχμές ή αν ρίχνουν βολές· αν θα μείνουν ή αν θα φύγουν. Ολα τα άλλα ζητήματα -συμπεριλαμβανομένης της χρεοκοπίας της χώρας- είναι εκτός ατζέντας. Η κρατική δίαιτα διαμόρφωσε και δημοσιογραφικό ήθος, όχι μόνο υπό την έννοια της ηθικής, αλλά και του τι θεωρείται σημαντικό να προβληθεί.

Παράγωγο, αλλά εξίσου σημαντικό πρόβλημα, της στενής και με το αζημίωτο σχέσης των ΜΜΕ με το κράτος και τους πολιτικούς, είναι το γεγονός ότι δεν εκσυγχρονίστηκαν στη λειτουργία τους. Τα ΜΜΕ, ενώ ήταν αναγκασμένα να εξηγούν μια όλο και πιο σύνθετη πραγματικότητα, οι δομές τους παρέμειναν στη δεκαετία του '70, δηλαδή πριν από την πλημμύρα των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και την επανάσταση του Διαδικτύου. Απόδειξη αυτού είναι ότι ποτέ δεν ξεκίνησε μια επί της ουσίας συζήτηση για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα ΜΜΕ στο νέο τοπίο της επικοινωνίας. Αποτέλεσμα αυτού του ελλείμματος ήταν η διαρκής αναπαραγωγή των κλισέ της μεταπολίτευσης, από τη μία ο λαϊκισμός και από την άλλη η μεγαλύτερη προβολή του πολιτικού παιγνίου, αυτό δηλαδή που είναι και φθηνό στην παραγωγή. Κοστίζει σχετικά ελάχιστα να βάλεις ένα λόχο να τσακώνεται στα τηλεπαράθυρα για το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας και ακριβά να παραχθεί ένα πραγματικά ενημερωτικό πρόγραμμα για τις παθογένειες της χώρας. Το τελευταίο χρειάζεται χρήμα, πολλές εργατοώρες, εκπαιδευμένους κι επανεκπαιδευμένους ανθρώπους, που θα κατανοούν το πρόβλημα πριν επιχειρήσουν να το εξηγήσουν.

Οι τριβές και οι συμβολισμοί

Δύο είναι οι σταθερές αυτού που ευφημίζεται ως «δημόσιος διάλογος» στη χώρα. Οι συμβολισμοί και οι τριβές. Και οι δύο χρησιμοποιούνται από πολιτικούς και ΜΜΕ για τους δικούς τους σκοπούς. Τα ΜΜΕ έχουν εύπεπτη ύλη για το κοινό τους και οι πολιτικοί περνούν δι' αυτών τα μηνύματά τους. Οχι για τα προβλήματα του τόπου, αλλά για την προσωπική τους καριέρα. Ετσι, μπορεί κάποιος βουλευτής να δημιουργήσει θέμα σε άσχετο νομοσχέδιο, επειδή δεν υπουργοποιήθηκε, ή ένας υπουργός να διαφωνήσει με ένα νομοσχέδιο συναδέλφου του, για να στείλει π. χ. ένα μήνυμα για τις αρμοδιότητες.

Οι τριβές βέβαια είναι μέρος της ζωής και της πολιτικής διαδικασίας. Η δημοκρατία εφευρέθηκε γι' αυτόν τον λόγο· για να τις εξομαλύνει διά λόγου μην τυχόν υπερθερμανθεί και καεί ολόκληρο το σύστημα. Το πολιτικό σύστημα δεν είναι μονολιθικό. Αποτελείται από ανθρώπους που έχουν διαφορετικές απόψεις· αυτές συζητούνται και λογικό είναι να υπάρξουν τριβές κατά τη διαδικασία, και μετά λαμβάνεται η απόφαση, που πρέπει να την εφαρμόσουν όλοι. Ακόμη κι εκείνοι που κατετρίβησαν. Είναι άλλο, όμως, οι τριβές που αφορούν διαφορετική οπτική των ζητημάτων και άλλο οι τριβές που μόνο προορισμό έχουν τα δελτία των οκτώ. Οι τελευταίες δεν είναι μόνο ανώφελες είναι και επιβαρυντικές για τη μόνη διαδικασία που έχουμε να λύνουμε προβλήματα, δηλαδή για τον δημοκρατικό διάλογο.

Γράφαμε και παλιότερα ότι η πολιτική ζωή κινείται πια μεταξύ συμβολισμού και γελοιότητας. Και δεν φταίνε μόνο οι δημοσιογράφοι γι' αυτό. Ολοι μετέχουν σε ένα ιδιότυπο -και ξένο για τις ανάγκες των πολιτών- παιχνίδι διαρροών και ερμηνειών. Από τις δυσφορίες των εκάστοτε πρωθυπουργών μέχρι τα τραπεζώματα των «δελφίνων», οι συμβολισμοί αντικατέστησαν την πολιτική ουσία, η οποία παλαιόθεν ήταν η επίλυση των πραγματικών προβλημάτων. Ετσι τα αυτονόητα γίνονται ειδήσεις -π. χ. οι συναντήσεις του πρωθυπουργού με τους υπουργούς του- και οι παρέες, ρεύματα.

Οι δηλώσεις ερμηνεύονται μέχρι διαστρέβλωσής των. Κάποτε, όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ο Βόλφ Μπίρμαν, υπήρχαν εκείνοι «που έκαναν τα στοιχειά, στιχάκια». Σήμερα τα ελληνικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης «κάνουν τις στιχομυθίες, στοιχειά». Κάθε αποστροφή του λόγου των τριακοσίων συν (άντε το πολύ) διακοσίων παραγόντων της πολιτικής έχει την τιμητική του στο παιχνίδι των ερμηνειών που ακολουθεί το παιχνίδι των συμβολισμών. Ενα «και» σε κάποια αποστροφή του λόγου μπορεί να εμφανιστεί ως κυρίαρχο πρόβλημα της χώρας επί μία εβδομάδα. Θα βρεθούν οι διψασμένοι για δημοσιότητα πολιτικοί που θα αναλύσουν το «και» στα παράθυρα, οι δηλώσεις των οποίων θα εμπεριέχουν πολλά άλλα «και» τα οποία θα τροφοδοτήσουν έναν νέο κύκλο δημόσιου πολιτικού κουτσομπολιού, που ευφημίζεται ως «πολιτικός διάλογος».

Το πρόβλημα είναι ότι πολιτικοί και δημοσιογράφοι έγιναν από ένα χωριό, χωριάτες. Το κουτσομπολιό που παράγεται πέριξ της πλατείας Κολωνακίου ανάγεται σε πολιτικό ζήτημα: ποιος έφαγε με ποιον, ποιος μίλησε σε ποια, πώς κοίταξε ο ένας υπουργός τον άλλο και τι είπαν οι διαβόητοι «κύκλοι». Οπως ακριβώς γίνεται στις ρούγες των χωριών.

Δυτικό παίγνιο σε μια βαλκανική χώρα

Το πρόβλημα όμως της ελλειμματικής και αδιάφορης για τα προβλήματα του τόπου πολιτικής μοιάζει να είναι βαθύτερο από την κυριαρχία των ΜΜΕ. Αν κοιτάξουμε την ιστορία, θα δούμε ότι και παλιότερα, πριν από την εποχή της μιντιοκρατίας, το πολιτικό κατεστημένο ασχολείτο με το πολιτικό σκηνικό, αντί με την ουσία της πολιτικής, που είναι η αντιμετώπιση των παθογενειών της χώρας. Τα Μέσα μάλλον αποκαλύπτουν και διογκώνουν τη στρεβλή αντίληψη περί πολιτικής, που κυριαρχεί επί δεκαετίες στα ελληνικά πράγματα.

Υπάρχει ένα παράδειγμα που, φανερά έκπληκτος, διηγείται ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ για την Ελλάδα της Κατοχής. «Τον Ιούλιο του 1941», γράφει, «ο γηραιός στρατηγός Μαζαράκης, ένας συντηρητικός αλλά ανεξάρτητης γραμμής συντηρητικός, συγκάλεσε μια ομάδα από πολιτικούς και διανοούμενους για να συζητήσουν ποια μέτρα θα έπρεπε να ληφθούν για να διατηρηθεί η δημόσια τάξη και να αποτραπεί η αναρχία όταν θα τέλειωνε η κατοχή(!). Είναι δύσκολο να πούμε», σημειώνει ο Μαζάουερ, «αν πρέπει να θαυμάσουμε την εμπιστοσύνη τους στην τελική έκβαση ή να απορήσουμε για την αδιαφορία τους για το τι γινόταν γύρω τους. Αλλά να φανταστούμε ότι θα μπορούσαν να ξοδέψουν αποτελεσματικότερα τον χρόνο τους οργανώνοντας λαϊκά συσσίτια ή φροντίζοντας για την αρωγή προς τους αποστρατευμένους στρατιώτες, θα σήμαινε ότι παρανοούμε τον ρόλο τους, όπως τον αντιλαμβάνονται οι ίδιοι».

«Ο ρόλος τους», που υπονοεί ο Μαζάουερ, έχει να κάνει με την πολιτική επί του σκηνικού και ουχί για την κοινωνία. Η πολιτική για την ελληνική ελίτ είναι οι κινήσεις στη σκακιέρα (μακροπρόθεσμες μάλιστα, όπως αποδεικνύει το περιστατικό Μαζαράκη) αλλά όχι η επίλυση των πραγματικών προβλημάτων.

Αυτό που περιγράφουν πολλοί ιστορικοί για την περίοδο του Μεσοπολέμου και της Κατοχής είναι κάτι ανάλογο με το σημερινό: δύο κόσμοι· ο ένας (στον οποίο δεν ανήκουν μόνο οι πολιτικοί, αλλά διανοούμενοι, επιχειρηματίες, αυτό που γενικεύουμε ως ελίτ) ασχολείται με τις περίτεχνες κινήσεις στην πολιτική σκακιέρα, τους συσχετισμούς πολιτικών δυνάμεων, και ο άλλος έχει τα προβλήματα. Σημεία επαφής τους δεν είναι οι θεσμοί, όπως σε όλες τις δυτικές κοινωνίες· είναι οι πελατειακές σχέσεις και κατά καιρούς η καταστολή.

«Η ελληνική δημόσια ζωή», γράφει ο Bρετανός απεσταλμένος στην διάρκεια της Κατοχής, Κρις Γουντχάους, «παρουσιάζει δύο ασυνήθιστα φαινόμενα. Αποτελείται από προβλήματα πολύ πρωτόγονης μορφής για να λέγονται πολιτικά προβλήματα και από πολιτικούς να τα παραμερίζουν διαρκώς από τον νου τους». Για τον Γουντχάους «τα ελληνικά προβλήματα είναι οργανωτικά και όχι πολιτικά». Είναι η απουσία θεσμών και σύγχρονου κράτους. Φέρνει ως παράδειγμα τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος «ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Eυρωπαίους πολιτικούς της εποχής του, όμως το κράτος που εμφάνιζε ότι εκπροσωπούσε (σ.σ.: στις διεθνείς διασκέψεις) απλώς δεν υπήρχε».

Εκεί, για τον Γουντχάους, βρίσκεται η διάσταση του πολιτικού διαλόγου με την κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας. Αυτό που δεν συζητά κανείς «είναι οτιδήποτε θα ήταν θεμελιακό για την κοινωνική ζωή στο κατώτερο επίπεδο. Και τα αποσιωπούν αυτά τα πράγματα, όχι όπως θα τα παρέλειπαν οι Δυτικοευρωπαίοι από ένα πολιτικό πρόγραμμα, όχι επειδή έχουν ήδη λυθεί, ή υπάρχει τουλάχιστον κοινή συμφωνία επάνω σ' αυτά, αλλά επειδή δεν θέλουν να τα σκέφτονται και ούτε θέλουν να παραδεχθούν μια κατάσταση προσωπικής τους κατωτερότητας, που θα ήταν η λογική συνέπεια του να αναγνωρίσουν την εθνική τους καθυστέρηση. Θέλουν, αριστεροί και δεξιοί, να παίξουν το ίδιο γοητευτικό πολιτικό παιγνίδι που παίζεται στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Aμερική· όχι ένα παιγνίδι σε επίπεδο πιο "πρωτογονικό", όπως ταιριάζει στα Βαλκάνια».

Η ανάγνωση, όμως, του Κρις Γουντχάους μάλλον στέκεται στο εποικοδόμημα του ιδιότυπου αυτού διχασμού. Η οικονομική του βάση είναι άλλη· το μεγάλο και συγκεντρωτικό κράτος. Μακροπρόθεσμα για κάποιους είναι πιο αποδοτικό ο έλεγχος αυτού του κράτους, παρά η παραγωγική αναδιάρθρωση διά της αποκέντρωσης των αποφάσεων. Οποιος ελέγχει το κράτος, δεν έχει μόνο μεγάλες απολαβές, τακτοποιεί «φίλους» του, από τους ψηφοφόρους μέχρι τις συντεχνίες, μοιράζοντας προνόμια. Επόμενο είναι λοιπόν η συζήτηση, που θεωρείται πολιτική, να μη γίνεται επί των πραγματικών προβλημάτων της χώρας, αλλά για τις κινήσεις στη σκακιέρα, που τελικά θα έχουν ως αποτέλεσμα ποιος θα κρατάει την κουτάλα. Οι ανήκοντες στην ελίτ της χώρας -που σιτίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το μεγάλο, αδιαφανές και συγκεντρωτικό κράτος- δημιουργούν την αίσθηση ότι τα δικά τους προβλήματα (που αφορούν το ποιος θα διαχειριστεί τον κρατικό κορβανά) είναι και προβλήματα της χώρας.

Ο Aμερικανός απεσταλμένος του προέδρου Τρούμαν στην Ελλάδα Πολ Α. Πόρτερ έγραφε στο ημερολόγιό του (4.2.1947): «Κάθε οικονομική συζήτηση εμπλέκεται με την πολιτική φάση και καταλήγει κανείς να συμπεραίνει ότι η ανασυγκρότηση της Ελλάδος βρίσκεται στο επίκεντρο της διαμάχης για προσωπική εξουσία μεταξύ ενός μεγάλου αριθμού πολιτικών».

Το συμπέρασμα του Πόρτερ είναι ότι «έχουμε έναν φτωχό λαό με μια ανίκανη κυβέρνηση και ένα πολιτικό σύστημα το οποίο απαιτεί από τους υπουργούς να έχουν ως κύριο μέλημά τους την παραμονή στο αξίωμα, παραμελώντας τα προβλήματα της ανοικοδόμησης και την επαναδραστηριοποίηση του εμπορίου και των συναλλαγών».

Η διαφορά με τη σημερινή κατάσταση δεν είναι ότι οι υπουργοί έχουν ως πρώτο τους μέλημα την επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας. Εξακολουθεί να ισχύει η διαπίστωση του Πόρτερ ότι «η ανασυγκρότηση της Ελλάδος βρίσκεται στο επίκεντρο της διαμάχης για προσωπική εξουσία μεταξύ ενός μεγάλου αριθμού πολιτικών».

Η μόνη διαφορά είναι ότι αυτή η ανωφελής και παραπλανητική συζήτηση, που κάποτε περιοριζόταν στα σαλόνια των Αθηνών και στις εφημερίδες των ελάχιστων φύλλων που κυκλοφορούσαν στη μεταπολεμική Ελλάδα, τώρα μπήκε στο καθιστικό κάθε οικογένειας.

Περισσότερες λεπτομέρειες στο δελτίο των οκτώ...

Διαβάστε

- Mark Mazower, «Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής», εκδ. Αλεξάνδρεια.

- Christopher Montague Woodhouse, «Το μήλο της έριδος. Η ελληνική Αντίσταση και η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων», εκδ. Εξάντας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 15.1.2012