Τα προϊόντα της δημόσιας υστερίας

on . Posted in Eλλάδα

Ποιος θυμάται την υπόθεση με τα «φρουτάκια»; Πριν από περίπου δέκα χρόνια, ο κ. Μάκης Τριανταφυλλόπουλος καβάλησε το πάλλευκο άλογο της δημοσιογραφίας και αποφάσισε να σκοτώσει τον δράκο της διαφθοράς. Γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά για τη μάστιγα της ελληνικής κοινωνίας, για οικογένειες που διαλύονταν, για παιδάκια που δεν είχαν να φάνε επειδή ο πατέρας τους έπαιζε στις μηχανές του Σατανά, για «πολιτικούς που γνώριζαν ιδιοκτήτες καταστημάτων με “φρουτάκια”», ακόμη και για τον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας που είχε ένα μαγαζί στην Πάτρα στο οποίο υποτίθεται ότι είχε «φρουτομηχανές».

Ποτέ δεν μάθαμε ποια ήταν η έκταση του προβλήματος. Πόσες οικογένειες καταστράφηκαν και τα παιδιά τους λιποθυμούσαν από την πείνα στα σχολεία; Σε πόσα μαγαζιά έπαιζαν «φρουτάκια»; Το μόνο που μάθαμε, δέκα χρόνια μετά, είναι ότι το ελληνικό Δημόσιο πλήρωσε περί τα σαράντα εκατομμύρια σε πρόστιμα στην Ε.Ε. Η τότε κυβέρνηση, πανικοβλημένη από τα δελτία των οκτώ (τα οποία είχαν καθημερινό «ένθετο κουβεντολόι» για τη «μάστιγα του τζόγου»), πέρασε τον 3037/2002. Ο νόμος ρητώς αναφέρει ότι οιοσδήποτε έχει οποιοδήποτε ηλεκτρονικό παιγνίδι εγκατεστημένο σε ηλεκτρονική συσκευή είτε σε δημόσιο είτε σε ιδιωτικό χώρο μπορεί να τιμωρηθεί με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ! Εγιναν επιδρομές σε internet-cafe, το δημόσιο αίσθημα δεν ικανοποιήθηκε («καλά, αυτούς βρήκαν τώρα να πιάσουν; Δεν βλέπουν τον άλλον παραδίπλα;») μέχρι που το θέμα ξεχάστηκε, αλλά τα πρόστιμα της Ε.Ε. έτρεχαν μέχρι που και αυτό το πρόβλημα έγινε μνημονιακή υποχρέωση και αποφασίσαμε -διά κόπων και Βάσως Παπανδρέου- να το λύσουμε.

Εκείνη την εποχή υπήρχε και ο «πυρετός των προσωπικών δεδομένων». Δεν ήταν μόνο βίτσιο των αρχών που ανάγκαζε τους δημοσιογράφους να γράφουν για την «36χρονη» ή τη «σύλληψη του Κ.Μ.». Υπήρχε γνήσια λαϊκή απαίτηση να προστατευθεί η «ιδιωτικότητά μας» στους δημόσιους χώρους, να μην υπάρχουν κάμερες στους δρόμους, να μη δημοσιεύσει η ΕΣΗΕΑ τα ονόματα των δημοσιογράφων που δουλεύουν στο Δημόσιο, να μην έχει το ΠΑΣΟΚ λίστα εκείνων που υπέγραφαν «φίλοι του Κινήματος». Φτιάχτηκαν νόμοι που απαγόρευσαν ακόμη την κατοχή λίστας με «προσωπικά δεδομένα» και χρειάστηκε ειδική απόφαση της Αρχής Προστασίας για να συνεχίσει να υπάρχει ο «Τειρεσίας».

Τώρα το πρόβλημά μας είναι η «μάστιγα της φοροδιαφυγής». Είναι τεράστιο ζήτημα· πρωτίστως κοινωνικής δικαιοσύνης και δευτερευόντως οικονομικό. (Ακόμη και με μηδενική φοροδιαφυγή η Ελλάδα δεν θα παραγάγει περισσότερο, η φτώχεια της λειψής παραγωγικότητας θα κατανεμηθεί πιο δίκαια). Ζούμε όμως τη γνωστή υστερία. Από τη θεοποίηση των προσωπικών δεδομένων που μεταφράστηκε σε συγκεκριμένους και ανόητους νόμους, φτάσαμε στην ολική άρνηση της ιδιωτικότητας. Από το τραπεζικό απόρρητο, το οποίο μέχρι προ διετίας ίσχυε ακόμη και για τις φορολογικές αρχές, πήγαμε στο απέναντι άκρο ότι τα τραπεζικά δεδομένα δίκαιων και αδίκων πρέπει να είναι στα μανταλάκια.

Αυτή η υστερία θα μεταμορφωθεί και πάλι σε πολιτική πίεση για νέους νόμους, πρόχειρους και αυστηρούς, όπως ήταν εκείνοι για τα «προσωπικά δεδομένα» ή για τον «παράνομο τζόγο». Πέντε ή δέκα χρόνια μετά, θα αναριωτιόμαστε πάλι «μα, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει αυτός ο νόμος;», όπως ακριβώς εξεπλάγημεν όταν μάθαμε ότι περνάει από αυτόφωρο κάποιος που δημοσιοποιεί προσωπικά δεδομένα. Και θα ξανατρέχουμε. Φυσικά, οργισμένοι...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 4.11.2012