Επιφανειακή προσαρμογή αντί μεταρρυθμίσεων;

on . Posted in Eλλάδα

Μέχρι σήμερα το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης παρουσίαζε μια αξιοσημείωτη περιοδικότητα. Υπήρχαν εποχές δημοσιονομικής σπατάλης που τις ακολουθούσε μια μικρή περίοδος προσαρμογής και μετά -στον βαθμό που επέτρεπαν οι αγορές και συνήθως λίγο πριν από τις εκλογές- ακολουθούσε μια νέα περίοδος χαλαρότητας. Ετσι μετά τη δημοσιονομική επέκταση της περιόδου 1980 -1985 ακολούθησε μια σκληρή περίοδος προσαρμογής 1986-1988 με υποτίμηση της δραχμής και πάγωμα των εισοδημάτων, ενώ ο πληθωρισμός έτρεχε με 20% (δηλαδή, τότε, είχαμε και κανονική και εσωτερική υποτίμηση).

Μετά το «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα» και τις κυβερνήσεις συνεργασίας (1989-1990) ακολούθησε η προσαρμογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη και μετά τις απέλπιδες προσπάθειες αυτής της κυβέρνησης να διασωθεί εκλογικά (π.χ. με μαζικές προσλήψεις στη ΔΕΗ ή 10.000 αγροφυλάκων) ξεκίνησε η περίοδος προσαρμογής για ένταξη στην ΟΝΕ. Μόλις αυτή πραγματοποιήθηκε ξεκίνησε το 2001 η χαλάρωση που ολοκληρώθηκε με την καταστροφική δημοσιονομική επέκταση της περιόδου 2007-2009. Η μόνη διαφορά της κυβέρνησης Καραμανλή από τις προηγούμενες είναι ότι ενώ οι εθνικοί λογαριασμοί κοκκίνιζαν ήδη από το 2007, το υπουργείο Οικονομικών δεν πάτησε φρένο στις σπατάλες, αλλά γκάζι.

Το άλλο χαρακτηριστικό της μεταπολιτευτικής περιόδου ήταν πως οι προσαρμογές (όταν δημιουργούνταν η ανάγκη) ήταν επιφανειακές. Μείωναν τα εισοδήματα των πολιτών για να προσεγγίζουν τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, αλλά δεν απελευθέρωναν την οικονομία ώστε αυτές οι παραγωγικές δυνατότητες να είναι διαρκώς επεκτεινόμενες. Ισχυρά επιχειρηματικά και συνδικαλιστικά συμφέροντα μαζί με την ιδεολογική καχυποψία προς την υγιή επιχειρηματικότητα αναπαρήγαν διαρκώς ένα σύστημα το οποίο, ελέω δανεικών, έμοιαζε πλουσιότερο αλλά στην ουσία σάπιζε όλο και περισσότερο. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δεκαετία μετά την ένταξη στην ΟΝΕ. Το 2000 οι αριθμοί ευημερούσαν, όπως και οι σκληρές παθογένειες της οικονομίας. Τα προβλήματα από την υιοθέτηση ενός σκληρού νομίσματος δεν λύθηκαν με παραγωγική αναδιάρθρωση, αλλά με εισοδηματική και πιστωτική επέκταση. Οι τιμές αυξήθηκαν, το ίδιο και οι μισθοί και η χρηματική αξία των περιουσιών, αλλά η παραγωγικότητα έφθινε χρόνο με τον χρόνο μέχρι να φτάσουμε στο μοιραίο 2008 που αρχίζει να ξεφουσκώνει το «ελληνικό θαύμα» της μεγαλύτερης ανάπτυξης στην Ευρωζώνη. Η οικονομία μας απλώς διογκωνόταν από την κατανάλωση κι εμείς νομίζαμε ότι αναπτυσσόταν.

Σήμερα η Ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Οι αριθμοί, λόγω των οριζόντιων περικοπών, βελτιώνονται αλλά οι βαθιές παθογένειες του συστήματος παραμένουν εν πολλοίς ανέπαφες. Τα πρωτογενή ελλείμματα του Δημοσίου θα εξαλειφθούν, όχι γιατί κόβεται το περιττό κράτος, αλλά γιατί μειώνονται οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και οι συντάξεις. Η ανταγωνιστικότητα βελτιώνεται, όχι γιατί η χώρα έγινε φιλικότερη στην επιχειρηματικότητα αλλά γιατί μειώνεται το εργατικό κόστος. Οσες τομές επιχειρήθηκαν (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο νόμος για τα ΑΕΙ) «εξομαλύνονται» για να εξυπηρετήσουν ισχυρά συντεχνιακά συμφέροντα. Οχι μόνο δεν έρχονται ξένοι επενδυτές, αλλά φεύγουν κι εκείνοι που επένδυσαν τα προηγούμενα χρόνια. Οι γαλλικές τράπεζες Credit Agricole και Societe Generale είναι σε τροχιά αποχώρησης, ενώ «πρόσφατα αποχώρησαν η γαλλική εταιρεία ασφάλισης πιστώσεων Coface και η Euler Hermes, η μεγαλύτερη εταιρεία ασφάλισης εμπορίου στον κόσμο. Η Saturn είναι ο τελευταίος ξένος παίκτης που εγκατέλειψε την εγχώρια αγορά ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών. Είχαν προηγηθεί η ElectroWorld και η γαλλική Fnac. Προ ημερών η Univel αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα και να μεταφέρει τη γραμμή παραγωγής της στη Ρουμανία. Λουκέτο στην εδώ θυγατρική της ανακοίνωσε η γερμανική φαρμακευτική Biotest, ενώ και άλλες φαρμακευτικές εξετάζουν να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους στην Ελλάδα» («Καθημερινή» 29/7/2012).

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η δημοσιονομική εξυγίανση είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή συνθήκη για την ανάπτυξη. Με τη βελτίωση των εθνικών λογαριασμών η Ελλάδα γίνεται πιο ελκυστική σε επενδύσεις, αλλά αυτό δεν αρκεί ώστε αυτές να πραγματοποιηθούν. Η αναπτυξιακή πολιτική είναι πολλά περισσότερα από τον φαύλο κύκλο που έγινε της μόδας στην Ελλάδα και ακούει στο σύνθημα «ρίξτε λεφτά στην αγορά». Οσα χρήματα και να πέσουν στην αγορά, αν δεν δημιουργηθεί φιλικό περιβάλλον για τις παραγωγικές επιχειρήσεις, τα επιπλέον λεφτά θα γίνουν κατανάλωση εισαγωγών και θα βρεθούμε περισσότερο χρεωμένοι. Η ανάπτυξη είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, οι οποίοι δυστυχώς δεν ευδοκιμούν στη χώρα μας. Ο κ. Τάκης Μίχας στο βιβλίο του «Μαύρη Βίβλος της Ελληνικής Οικονομίας», καταγράφει συγκριτικά τους δείκτες της οικονομίας, για τους οποίους λίγη πια συζήτηση γίνεται, αλλά είναι εξαιρετικά κρίσιμοι ώστε να δημιουργηθεί αναπτυξιακή δυναμική. Στην έκθεση «Doing Business», η Ελλάδα βρίσκεται στη χειρότερη (τελευταία θέση) στην Ευρωπαϊκή Ενωση των «27» και στην 80ή θέση στον κόσμο σε ό,τι αφορά την ευκολία λειτουργίας μιας επιχείρησης. Στις τρεις πρώτες θέσεις βρίσκονται η Βρετανία, η Δανία και η Ιρλανδία. Η χώρα μας είναι προτελευταία στην Ε.Ε. των «27» και σε ό,τι αφορά τη δυσκολία ίδρυσης μιας επιχείρησης ενώ σε ό,τι αφορά το διεθνές εμπόριο η Ελλάδα είναι πάλι προτελευταία, λίγο καλύτερα από τη Σλοβακία κι αυτό επειδή η χώρα μας έχει μεγάλη εμπορική ναυτιλία. Σε ό,τι αφορά το θεσμικό περιβάλλον είμαστε σχεδόν Βουλγαρία: στην προτελευταία θέση στην Ε.Ε. των «27».

Η αποτελεσματικότητα του κράτους είναι η χαμηλότερη στην Ε.Ε. των «27». Στην αποτελεσματικότητα της αγοράς αγαθών είμαστε τελευταίοι, το ίδιο και στην αγορά εργασίας. Η Δανία που έχει εκτεταμένο κοινωνικό κράτος και υψηλή φορολογία είναι πρώτη στην αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας και στις πρώτες θέσεις σε ό,τι αφορά την ευκολία έναρξης και λειτουργίας μιας επιχείρησης. Στη διαφθορά πατώσαμε και στην Ανώτερη Παιδεία είμαστε τέταρτοι από το τέλος στην Ευρώπη των «27». Χαρακτηριστικά πρέπει να αναφερθεί ότι «το πτυχίο ενός ελληνικού ΑΕΙ βελτιώνει τον μισθό κατά μόνο 32% έναντι 61% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.» (Γ. Ψαχαρόπουλος «Μη κρατικά πανεπιστήμια: το άρθρο 16 του Συντάγματος πρέπει να αλλάξει», εκδ. Ποταμός 2004).

Ολες αυτές οι κακές επιδόσεις φυσικά επηρεάζουν την παραγωγικότητα η οποία, σύμφωνα με την Eurostat (2008), είναι χαμηλά: 13οι στην Ευρώπη των «27». Αν αυτό συνδυαστεί με το γεγονός ότι οι Ελληνες είναι δεύτεροι μετά τους Ελληνοκύπριους στην κατανάλωση (74,7% του ΑΕΠ και 76% αντίστοιχα) δημιουργείται το μεγαλύτερο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που το 2008 είχε φτάσει το 14,4% του ΑΕΠ έναντι 2% που είναι ο μέσος όρος της Ε.Ε. των «27»!

Προς μια «ισορροπία της φτώχειας»;

Οι μειώσεις των εισοδημάτων των Ελλήνων πολιτών είναι κακό πράγμα, αλλά το χειρότερο είναι ότι μπορεί να γίνουν μόνιμες (αν δεν επιδεινωθούν). Αν δεν διορθωθούν όλες εκείνες οι στρεβλώσεις που απαγορεύουν στους Ελληνες να παράγουν περισσότερα, μπορεί να δημιουργηθεί μια βραχύβια όσο και επικίνδυνη ισορροπία. Με τις περικοπές των δημοσίων δαπανών και τους αυξημένους φόρους που οδηγούν σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, με τη μείωση των εισοδημάτων που θα βελτιώσει το εμπορικό ισοζύγιο η Ελλάδα μπορεί -για ένα διάστημα έστω- να παραμείνει φτωχότερη αλλά πιο σταθερή. Κι αυτό είναι κάτι που μπορεί να βολεύει όλους: το πολιτικό μας σύστημα που θα καταφέρει «να κρατήσει την Ελλάδα στο ευρώ» τους εταίρους, που θα κάνουν κάποια διευθέτηση και του θεσμικού χρέους αλλά θα ησυχάσουν έχοντας μια φτωχή χώρα που τουλάχιστον, δεν αιμορραγεί. Η Ελλάδα μπορεί βραχυχρόνια να γίνει μια ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα.

Στρατηγικός μας στόχος είναι «καλοσύνη των ξένων». Να δείξουμε ότι κάτι ιδιωτικοποιούμε για να δείξουν κι αυτοί ευσπλαχνία διά της επιμήκυνσης. Η απελευθέρωση της οικονομίας συρρικνώθηκε σε μερικές αποκρατικοποιήσεις· δεν υπάρχει καν στον δημόσιο διάλογο.

Οσα επαγγέλματα απελευθερώθηκαν, απελευθερώθηκαν. Δεν ήταν λίγα, αλλά δεν είναι τα σημαντικά. Από την άλλη οι μεγάλες θεσμικές παρεμβάσεις έχουν ξεχαστεί. Ακόμη και οι συμβολικές. Η μείωση, για παράδειγμα, του αριθμού των βουλευτών αν και ήταν προεκλογική υπόσχεση της Νέας Δημοκρατίας και υπάρχει έτοιμο σχέδιο νόμου από τη Δημοκρατική Συμμαχία της κ. Ντόρας Μπακογιάννη έχει ξεχαστεί. Ακόμη και από την αντιπολίτευση.

Γράφαμε παλαιότερα ότι «ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να επαναπαυθεί πάλι το σύστημα στην παράταση που θα πάρουμε για την αποπληρωμή του δανείου των 110 δισ. Να μη βουλιάξουμε, αλλά ούτε να αλλάξουμε. Να τακτοποιήσουμε λίγο τα νούμερα χωρίς να εκσυγχρονίσουμε την ελληνική οικονομία και την κοινωνία σε βάθος. Να βολευτούμε και πάλι σε εκείνη τη μίζερη κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μέχρι τη στιγμή που η διεθνής συγκυρία θα στραφεί πάλι εναντίον μας» («Καθημερινή» 5/12/2010)

Υπάρχει κόπωση και εδώ και στην Ευρώπη για την κρίση που μπορεί να οδηγήσει σε έναν νοσηρό συμβιβασμό. Η Ελλάδα ούτε θα αλλάξει ούτε θα βουλιάξει. Οπως σάρκαζε ο σκιτσογράφος κ. Δημήτρης Χατζόπουλος («Νέα» 1/9/20012) «απλώς μουλιάζει»...

Διαβάστε

- Τάκης Μίχας, «Η Μαύρη Βίβλος της ελληνικής Οικονομίας», εκδ. Οξύ

- Πάνος Καζάκος, «Από τον ατελή εκσυγχρονισμό στην κρίση. Μεταρρυθμίσεις, χρέη και αδράνειες στην Ελλάδα (1993-2010), εκδ. Πατάκη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 9.9.2012