Το «πάρε-δώσε» του Προέδρου

on . Posted in Eλλάδα

Υπάρχει ένα πρόβλημα στη δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, που έκανε ανήμερα την 28η Οκτωβρίου. Η Ελλάδα, είπε ο κ. Κάρολος Παπούλιας, «έδωσε αυτό που μπορούσε για να ξεπεραστεί η κρίση. Και αυτό πρέπει να εκτιμηθεί από την Ευρώπη. Δεν μπορεί ο ελληνικός λαός να δώσει κάτι περισσότερο. Αυτό που έπρεπε να δώσει το έδωσε».

 

Το πρόβλημα έγκειται στο λειψό της φράσης. Το «πάρε-δώσε» (είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε το αντίστροφον του «give and take» των Αγγλοσαξόνων) είναι δύο ταυτόχρονες ενέργειες. Κάποιος δίνει και κάποιος παίρνει (στα αγγλικά) ή κάποιος παίρνει και κάποιος δίνει (στα ελληνικά). Επομένως, αν η Ελλάδα «έδωσε ό,τι μπορούσε να δώσει» κάποιοι πρέπει να «πήραν ό,τι μπόρεσαν να πάρουν». Δημιουργείται, λοιπόν, το ερώτημα ποιοι είναι αυτοί που πήραν όσα δώσαμε, προφανώς εθελοντικά, αφού σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας «ο ελληνικός λαός δεν υπέκυψε ποτέ σε εκβιασμούς». Και το δεύτερο ερώτημα είναι πόσα είναι τα λεφτά που δώσαμε και κάποιοι άγνωστοι πήραν.

 

Αν ξεκινήσουμε από το δεύτερο ερώτημα προκύπτει κάτι παράδοξο. Το ελληνικό δημόσιο χρέος το 1999 ήταν 118,6 δισ. ευρώ, το 2003 ήταν 168 δισ. ευρώ, το 2009 ήταν 300 δισ. ευρώ και το 2011 ήταν 355 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια (ακόμη και τα τρομερά του Μνημονίου) έπαιρνε αντί να δίνει. Η ανοησία που ακούγεται ότι η Ελλάδα δανείζεται για να πληρώνει τους δανειστές της δεν εξηγεί τον τριπλασιασμό του χρέους σε μια δεκαπενταετία. Δηλαδή, αν το 2009 δανειζόμασταν 300 δισ. ευρώ μόνο για να αποπληρώσουμε χρέος 300 δισ. ευρώ, θα συνεχίζαμε να χρωστάμε 300 δισ. ευρώ, αλλά σε άλλον. Τα δάνεια θα άλλαζαν χέρια, αλλά το ύψος θα παρέμενε λίγο πολύ σταθερό· τα επιτόκια δανεισμού 2-4% δεν εξηγούν την αύξηση του χρέους στη διετία 2009-2011 κατά 18%, ούτε φυσικά τον τριπλασιασμό του χρέους από το 1999.

 

Το ερώτημα, «αν τα λεφτά που πήραμε (υπό μορφή δανείου) έπιασαν τόπο ή αν έγιναν επιδοτήσεις, επιδόματα, ρουσφέτια, χαριστικές συμβάσεις ή άχρηστα έργα» είναι δικός μας εσωτερικός λογαριασμός. Αν όμως ο κ. Παπούλιας έριχνε μια ματιά στους εθνικούς λογαριασμούς θα διαπίστωνε ότι η Ελλάδα πήρε από τις αγορές όσα μπορούσε να πάρει μέχρι το 2010 και παίρνει παραπάνω 250 δισ. από τους εταίρους για να ανακυκλώσει το χρέος, να ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες (για να μην καταρρεύσει η οικονομία) και για να κάνει τη δημοσιονομική προσαρμογή πιο ομαλή, δηλαδή να μην αναγκαστεί να περικόψει μονομιάς 24 δισ. πρωτογενές έλλειμμα.

 

Πιο ορθό θα ήταν να διαπίστωνε ο κ. Παπούλιας ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να δώσει πίσω (εξ ολοκλήρου, τουλάχιστον) όσα πήρε. Ο προβληματισμός για την αναδιάρθρωση του χρέους, που άρχισε να γίνεται έντονος στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στην έδρα του ΔΝΤ, είναι μια συζήτηση που θα ξεκινήσει του χρόνου στην Ελλάδα, μόλις δηλαδή διαπιστώσουμε ότι η χώρα δεν παράγει νέο χρέος, δεν έχει δηλαδή πρωτογενή ελλείμματα. Προς το παρόν τουλάχιστον και παρά την κρίση, η Ελλάδα παίρνει και δεν δίνει. Μπορεί να μην παίρνει όσα πιθανώς θα ήθελε, για να έχει π.χ. τα ελλείμματα του 2009, αλλά στο «πάρε-δώσε», δεν υπάρχει μόνο αυτός που παίρνει· υπάρχει και αυτός που δίνει. Και συνήθως ο δεύτερος είναι αυτός που δεν υποκύπτει στους εκβιασμούς.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 31.10.2013