Με τις μπάντες και τις λίστες

on . Posted in Iδιωτική ζωή

Σ' αυτή την χώρα ακόμη απαγορεύεται σε ένα Μέσο Ενημέρωσης να δημοσιεύσει την πραγματική είδηση ότι ο κ. Τάδε Ταδόπουλος κατηγορείται για φόνο. Όταν στην Ελλάδα έγιναν μόδα τα προσωπικά δεδομένα κυριάρχησε το σκεπτικό ότι ο κ. Ταδόπουλος μπορεί να αθωωθεί και τελικά να του μείνουν στην ιστορία τα πρωτοσέλιδα με τίτλο «ιδού ο φονιάς».

Έτσι ένα πρόβλημα δημοσιογραφικής δεοντολογίας (δηλαδή, το μπέρδεμα μεταξύ «κατηγορούμενου για φόνο» και «φονιά») μετατράπηκε σε πρόβλημα ελευθερολογίας. Με τις ευλογίες των ίδιων των δημοσιογράφων απαγορεύθηκε να δημοσιευθεί ολόκληρη η πραγματικότητα. Και μάλιστα προληπτικώς, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 14 του Συντάγματος προβλέπει ότι «η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται». Το μόνο που μπορεί ένας δημοσιογράφος να δημοσιοποιήσει, είναι ότι ο Τ.Τ. κατηγορείται για φόνο, ή ότι η 36χρονη (θυμάστε;) κατηγορείται για κάποιο άλλο αδίκημα. Εκτός, βέβαια, αν υπάρχει η «προληπτική άδεια» του εισαγγελέα.

Σ’ αυτή την ίδια χώρα σηκώθηκε κουρνιαχτός μεγάλος όταν οι αρχές δημοσιοποίησαν τις φωτογραφίες και τα προσωπικά δεδομένα ιερόδουλων φορέων AIDS, ανθρώπων δηλαδή που ασκούσαν μια δημόσια (νόμιμη, παράνομη, δεν έχει σημασία) δραστηριότητα. Κυριάρχησε το δόγμα της «ψυχοπονιάρικης ιδιωτικότητας», λες και τα εν λόγω άτομα ήταν φορείς μόνο στην κρεβατοκάμαρά τους ή ότι η δραστηριότητά τους ουδεμία επίπτωση μπορεί να έχει στο κοινωνικό σύνολο.

Στην ίδια χώρα όλοι χειροκροτήσαμε την δημοσιοποίηση της «λίστας Λαγκάρντ», ένα κατάλογο 2.059 δικαίων ή φοροφυγάδων από το περιοδικό «HotDoc». Την χειροκρότησαν και εκείνοι που με κάθε ευκαιρία σχίζουν τα ιμάτια τους για την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων και οι ελάχιστοι εκείνοι που θεωρούν ότι η προληπτική λογοκρισία είναι χειρότερο κακό από την δημοσιοποίηση στοιχείων ατόμων που έχουν να κάνουν με δημόσιες υποθέσεις. Διότι και στις δύο υποθέσεις πιθανώς κάποιοι να επέφεραν ζημιά στο κοινωνικό σύνολο. Είτε με την μετάδοση της νόσου, είτε δια της φοροδιαφυγής.

Μαντέψτε, λοιπόν, πού βρίσκεται η υποκρισία. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε την πιθανότητα στιγματισμού. Στην περίπτωση των ιερόδουλων είχαμε ένα δεδομένο δημόσιο κατηγορητήριο, στην περίπτωση της «λίστας Λαγκάρντ» μια πιθανή παρανομία (φοροδιαφυγή). Όμως στην δεύτερη περίπτωση ουδείς σκέφθηκε ότι ο κ. Τάδε Ταδόπουλος ίσως να μην μπορεί να βγαίνει από το σπίτι του, είτε διότι θα θεωρηθεί φοροφυγάς, είτε διότι θα του ζητούν δανεικά «από τα πολλά λεφτά που έχει στην Ελβετία». Υπάρχουν κι άλλοι κίνδυνοι για κάποιον που είναι στην λίστα: μπορεί να βρίσκεται σε δικαστικές διαμάχες με την σύζυγό του για διαζύγιο και να προσπαθεί να αποκρύψει από αυτήν τα λεφτά του, ή να μπει στο στόχαστρο απαγωγέων για να του πάρουν ένα μέρος των χρημάτων που έχει στην Ελβετία.

Να μην παρεξηγηθούμε. Κάποια στιγμή οι δημοσιογράφοι πρέπει να μάθουν το τεκμήριο της αθωότητας (ότι δηλαδή κάποιος κατηγορούμενος για φόνο δεν είναι κατ’ ανάγκη φονιάς και πολύ περισσότερο «ανθρωπόμορφο τέρας») και οι πολίτες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι όποιοι έχουν λεφτά στην Ελβετία δεν είναι κατ’ ανάγκη φοροφυγάδες ή πλούσιοι. Αυτό το υπαρκτό πρόβλημα της λανθασμένης καταγραφής ή ανάγνωση της πραγματικότητας δεν λύνεται με αποσιώπηση της πραγματικότητας, δηλαδή με λογοκρισία. Αν μη τι άλλο, δια της προστασίας των δεδομένων πλήττεται ένα υψηλότερο δημόσιο αγαθό που είναι η ελευθερία πληροφόρησης.

Προσοχή: μιλάμε μόνο για τα δεδομένα που άπτονται ή τέμνουν την σφαίρα του δημοσίου. Για παράδειγμα, όταν κατηγορείται κάποιος για ένα αδίκημα δεν είναι ιδιωτική του υπόθεση. Μια δημόσια αρχή, που πρέπει να υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο, κάνει το κατηγορητήριο. Το δικαίωμα του πολίτη να μην ξέρουν οι άλλοι τι κάνει, υποχωρεί στην υποχρέωση που έχουν οι αρχές να δημοσιοποιούν τα τι κάνουν. Κι αυτό διότι σε μια δημοκρατία οι αρχές πρέπει να βρίσκονται υπό τον διαρκή δημόσιο έλεγχο, ακόμη και στις λεπτομέρειες των πεπραγμένων τους: συλλαμβάνουν κάποιους; Ποιοι είναι αυτοί που συλλαμβάνουν;

Αφού κατοχυρωθεί ότι οι αρχές δεν κρύβουν τα πεπραγμένα τους, ξεκινά ένας δεύτερος κύκλος συζήτησης εντός του δημοσιογραφικού επαγγέλματος για το πώς διαχειρίζεται κάποιος την πληροφορία από τις αρχές. Την δημοσιοποιεί ή όχι; Πώς την δημοσιοποιεί; Λέγοντας την αλήθεια, ότι κάποιος κατηγορείται για αδίκημα; Ή ψευδόμενος, χαρακτηρίζοντας ένοχο, τον κατηγορούμενο; (Μην αναφερθούμε στις αθλιότητες περί «ψυχρόαιμου (!) φονιά» στην Πάρο)

Η «λίστα Λαγκάρντ» που δημοσιοποίησε ο κ. Κώστας Βαξεβάνης σίγουρα άπτεται της δημόσιας σφαίρας. Είναι κατάλογος ανθρώπων που μπορεί να έκαναν το αδίκημα της φοροδιαφυγής. Αν θέλουμε μια αναλογία θα ήταν η δημοσιοποίηση των ονομάτων μιας ολόκληρης γειτονιάς επειδή υπάρχουν υποψίες ότι κάποιοι από αυτούς είναι μπαταχτσήδες. Ή για να έρθουμε στο προηγούμενο θέμα, σαν να δημοσιοποιείς τις φωτογραφίες όλων όσων πέρασαν από την οδό Σόλωνος, διότι εκεί κυκλοφορούν ιερόδουλες που έχουν AIDS.

Συνεπώς η δημοσιοποίηση της λίστας δεοντολογικά είναι λάθος. Όμως: ο δημοσιογράφος πρέπει να έχει το νομικό δικαίωμα να το κάνει, παρά το γεγονός ότι θα παραβιάσει όλα τα άρθρα του νόμου 2492/1997, σύμφωνα με τον οποίο ακόμη και «όποιος... διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών».

Φυσικά σε ένα κράτος δικαίου που οι νόμοι δεν εφαρμόζονται αλακάρτ ο δημοσιογράφος θα διωκόταν για την δημοσιοποίηση. Θα πήγαινε στο δικαστήριο έχοντας δίπλα του τον δημοσιογραφικό κόσμο, και θα καταργούσε τον λογοκριτικό αυτόν νόμο δια δικαστικής απόφασης. Αυτό είναι το νόημα της δημόσιας ανυπακοής.

Μετά την αθώωσή του, που κατοχυρώνει το δικαίωμα του δημοσιογράφου να δημοσιοποιεί τα στοιχεία (που άπτονται στην δημόσια σφαίρα), θα έπρεπε να ακολουθήσει ο διάλογος εντός της δημοσιογραφικής κοινότητας για το αν πρέπει να δημοσιοποιούνται τα ονόματα μιας γειτονιάς προκειμένου να βρεθούν οι πέντε-δέκα μπαταχτσήδες.

Λέμε τώρα καμιά πολυπλοκότητα, για το ποια θα μπορούσε να είναι η βάση μια συζήτησης σχετικά με ένα πραγματικά ακανθώδες θέμα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας του λόγου.

Λέμε... αλλά στην χώρα που πάει με τις μπάντες αυτά είναι ψιλά γράμματα. Δεν έχουμε συζητήσει για την ελευθερία του λόγου, τα λεπτά όρια δεοντολογίας και νομικά προσδιορισμένης παρανομίας. Απλώς κραυγάζουμε για τα πάντα και τα αντίθετά τους.

Έτσι και τώρα: Το πρόβλημα που αναδεικνύεται και σ’ αυτή την περίπτωση είναι η αλακάρτ σχέση που έχει η ελληνική κοινωνία με την έννομη τάξη και τους κανόνες συμβίωσης γενικώς. Την περίοδο που ανακαλύψαμε την ιδιωτικότητα, όλα έγιναν προσωπικά δεδομένα. Φτιάξαμε αυστηρούς νόμους για να θαφτούν υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος (π.χ. ποιοι δημοσιογράφοι εργάζονται στο δημόσιο, τι μισθούς πληρώνουμε εμείς οι μέτοχοι των ΔΕΚΟ στα στελέχη τους κ.ά.).

Ακόμη και η παρουσία σε δημόσιο χώρο θεωρήθηκε προσωπική μας υπόθεση. Δόθηκαν μάχες για τις κάμερες στους δρόμους (από τους ίδιους που σήμερα πανηγυρίζουν για την δημοσιοποίηση της «λίστας Λαγκάρντ») και αποκτήσαμε νόμο που προβλέπει ότι η φωτογράφιση σε δημόσιο χώρο προϋποθέτει την άδεια όλων των παραβρισκόμενων σ’ αυτόν! Βεβαίως στην χώρα της αυστηρής και αλακάρτ νομιμότητας καταδικάστηκε δημοσιογράφος που πήρε τηλεοπτική συνέντευξη κατηγορουμένου διότι αποκάλυψε τα ...προσωπικά του στοιχεία, ενώ από την άλλη πλευρά είχαμε υπουργούς που προέτρεπαν το κοινό να δει άλλους κατηγορούμενους «τις χειροπέδες τις είδατε;». Σ’ αυτή την χώρα δεν υπάρχει νόμος και δεν υπάρχει έρμα. Όλα ζυγίζονται με δύο σταθμά. Κι αυτοί που έχουν τα πολλά μέτρα δεν είναι μόνο οι κυβερνώντες.

Τώρα η χώρα των κραυγών οδεύει ταχύτατα στο αντίθετο άκρο. Ο λαός θέλει λίστες κι ένοχους για την κατάσταση που βιώνει. Οι χθεσινοί υπερασπιστές της ιδιωτικότητας των πάντων αλαλάζουν για την «νίκη της διαφάνειας» που επετεύχθη με την δημοσιοποίηση της «λίστας Λαγκάρντ». Το γεγονός ότι μόλις πριν μερικές μέρες έκρωζαν καταγγέλλοντας το γεγονός ότι δημοσιοποιήθηκαν τα στοιχεία (πραγματικών) κατηγορουμένων στα επεισόδια, περνά απαρατήρητο· όπως κάθε «φιλολαϊκή» υποκρισία σ’ αυτή την χώρα. Να σημειώσουμε εδώ ότι έγινε μέχρι και διαδήλωση έξωθεν δημοσιογραφικού συγκροτήματος για την δημοσιοποίηση των στοιχείων των κατηγορούμενων, που μπορεί να είναι οι «γνωστοί-άγνωστοι» των επεισοδίων. Όπως διαβάσαμε σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο δικτυακό τόπο του κ. Κώστα Βαξεβάνη («Κουτί της Πανδώρας» 12.10.2012): «Οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο των δικαιωμάτων μιλούν για "κατάφωρη καταπάτηση του τεκμήριου της αθωότητας, καθώς και βάναυση προσβολή της αξιοπρέπειας του ατόμου" και τονίζουν ότι αυτές οι πρακτικές στοχοποιούν τους συλληφθέντες αναγορεύοντας apriori σε ενόχους και επικίνδυνους για το κοινωνικό σύνολο.»

Υ.Γ. Το να καταζητείται δημοσιογράφος νυχτιάτικα για κάτι που δημοσίευσε είναι η αισχρότερη δυνατή απόπειρα φίμωσης του λόγου. Και η Δευτέρα μέρα είναι για τις μηνύσεις, και δεν πρόκειται κανείς να διαφύγει στο εξωτερικό για «αδίκημα» λόγου.

 

Δημοσιεύτηκε στον δικτυακό τόπο protagon.gr στις 28.10.2012