Τι συνέβη εις Παρισίους...

on . Posted in Δεοντολογία


Κατ' αρχήν τα γεγονότα, τα οποία, όπως έλεγε και ο Αλντους Χάξλεϊ, «δεν παύουν να υπάρχουν επειδή αγνοούνται». Η μεγάλη Γαλλίδα τηλεπαρουσιάστρια Αν Σινκλέρ σταμάτησε αμέσως την εκπομπή της «7 sur 7» μόλις ο άνδρας της, ο Ντομινίκ Στρος Καν, έγινε υπουργός Οικονομικών. «Δεν μπορείς να καυχιέσαι για την αμεροληψία σου, όταν γνωρίζεις εκ των έσω πράγματα και γεγονότα», είχε δηλώσει. Εμεινε στο κανάλι της σε μια τιμητική διευθυντική θέση άνευ περιεχομένου, κάτι σαν αποστρατεία, μέχρι να λήξει η σύμβασή της. Κατόπιν αποχώρησε. Και η άλλη Γαλλίδα τηλεπαρουσιάστρια Κριστίν Οκράν παράτησε την εκπομπή της. Ανέλαβε αντιπρόεδρος του δορυφορικού προγράμματος του κρατικού καναλιού. Αν και δεν ασχολείται με την άμεση πολιτική επικαιρότητα πολλοί στη Γαλλία θεωρούν την παραμονή της εκεί «σκάνδαλο».

Σκάνδαλο, βέβαια, δεν είναι. Η σύζυγος ενός υπουργού μπορεί να εργάζεται σε θέσεις που δεν άπτονται άμεσα της πολιτικής επικαιρότητας. Η κ. Κριστίν Οκράν μπορεί να προπαγανδίσει την εξωτερική πολιτική της Γαλλίας (διά των δορυφορικών προγραμμάτων) και στην ουσία να βοηθά τον σύζυγό της υπουργό Εξωτερικών στο έργο του.

Επίσης δεν είναι παράνομο να γίνεται η σύζυγος του κυβερνητικού εκπροσώπου κεντρική παρουσιάστρια των μεγαλυτέρων δελτίων ειδήσεων της χώρας και κεντρική σχολιάστρια των πολιτικών πεπραγμένων. Δεν είναι, όμως, δεοντολογικά ορθό, κάτι που αποδεικνύεται από τις τελευταίες εξελίξεις.

Πολλοί θεωρούν τη δεοντολογία κάτι ως ηθικοπλαστική δραστηριότητα. Νομίζουν ότι υπάρχει για να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Η δεοντολογία δεν είναι ένα σύνολο ηθικών κανόνων. Είναι εργαλείο δουλειάς. Οι περί το δέον κανόνες αποτελούν ασπίδα για τον δημοσιογράφο. Για παράδειγμα, ένας ρεπόρτερ δεν ονοματίζει ποτέ κάποιον κατηγορούμενο για φόνο ως «φονιά» ή «δολοφόνο». Δεν το κάνει επειδή θέλει να είναι ηθικός, αλλά γιατί θέλει να προφυλάσσει τα νώτα του. Μπορεί ο κατηγορούμενος να αθωωθεί και να βγει ψεύτης (στα μάτια του κοινού) ο δημοσιογράφος. Δεν είναι παράνομο ούτε ανήθικο να αποκαλεί ένας δημοσιογράφος τον κατηγορούμενο «φονιά», αλλά δεν είναι ασφαλές για τη δουλειά του.

Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι παράνομο ούτε καν ανήθικο να σχολιάζει την πολιτική επικαιρότητα η σύζυγος του κυβερνητικού εκπροσώπου - δουλειά του οποίου είναι να προπαγανδίζει την κυβερνητική πολιτική. Απλώς δεν προφυλάσσει τα νώτα της ούτε την ουδετερότητα των Μέσων στα οποία εργάζεται. Στα μάτια των πολιτών ο σχολιασμός της κ. Ζαχαρέα ήταν συνέχεια της κυβερνητικής προπαγάνδας με άλλα μέσα. Ο λόγος της ήταν υπονομευμένος από τη συζυγική της σχέση. Καλώς ή κακώς, με μεσαιωνικές ή σύγχρονες λογικές, κανείς δεν έβλεπε στο γυαλί τη δημοσιογράφο κ. Ζαχαρέα. |Ολοι έβλεπαν τη σύζυγο του κυβερνητικού εκπροσώπου.

Η τήρηση της φράγκικης δεοντολογίας, λοιπόν, θα προστάτευε την κ. Ζαχαρέα, τα Μέσα στα οποία εργάστηκε, αλλά και την κυβέρνηση. Θα γλίτωνε τον πρωθυπουργό από ρητορείες περί «μεσαιωνικών λογικών» και «προοδευτικών εκπτώσεων» που έγιναν καπνός μόλις μετά πέντε ημέρες...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 18.9.2008