Η διάθεση της Moody’s

on . Posted in Kόσμος


Οι νόμοι της αγοράς χαρακτηρίζονται σκληροί, αλλά είναι -αν μη τι άλλο- αποτελεσματικοί. Τιμωρούν πάντα τα λάθη, αλλά αυτή η προοπτική της τιμωρίας γίνεται κίνητρο για χρήσιμες στην κοινωνία αποφάσεις. Αν κάποιος, για παράδειγμα, αποφάσιζε να παράγει μαζικά τσαρούχια, θα έχανε τα λεφτά του. Γι’ αυτό ύστερα από διεξοδική μελέτη αποφασίζει να φτιάχνει παπούτσια.

Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και η αγορά της αξιοπιστίας. Αυτή αποτελεί κεφάλαιο, ειδικά για εκείνες τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο της πληροφορίας. Οι λανθασμένες πληροφορίες αποτελούν πλήγμα. Οι χονδροειδώς λανθασμένες πληροφορίες είναι θανάσιμο αμάρτημα, μπορεί να σημαίνει και λουκέτο.

Μόνο σε δύο αγορές δεν λειτουργεί αυτός ο κανόνας. Η μία είναι των ελληνικών ΜΜΕ, στην οποία ελέω κράτους όλες οι επιχειρήσεις επιβίωσαν παρά τα διαρκή πλήγματα στην αξιοπιστία τους. Η δεύτερη είναι η αγορά των οίκων αξιολόγησης. Εκεί παρά τα τερατώδη λάθη που «φούσκωσαν» διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, τιμωρία δεν υπήρξε. Τρεις ήταν πριν από την κρίση, τρεις απομένουν. Και μάλιστα με μερίδια αγοράς περίπου, όσα ήταν και προ της κρίσης (40% η Moody’s, 40% η Standard & Poors, 20% η Fitch). Το τελευταίο εξηγείται επειδή και οι τρεις έκαναν πάνω-κάτω τα ίδια λάθη. Σε ένα ολιγοπωλιακό σύστημα τα προϊόντα δεν διαφοροποιούνται. Φυσικό είναι οι εκτιμήσεις του ενός να επηρεάζουν τις εκτιμήσεις των άλλων και αντιστρόφως. Αν μάλιστα συνεκτιμήσουμε το γεγονός ότι αυτές οι εταιρείες πληρώνονται από εκείνους που εκτιμούν, φυσικό είναι να έχουν σε λίγο μεγαλύτερη... εκτίμηση τους πελάτες - αξιολογουμένους τους.

Ετσι εδώ έχουμε μια κλασική αποτυχία της αγοράς. Ολιγοπώλιο, στο οποίο το κίνητρο δεν είναι η αποφυγή του λάθους, αλλά η επανάληψη του λάθους που κάνει ο ανταγωνιστής. Αν δηλαδή ένας από τους οίκους αξιολόγησης βαθμολογούσε ΒΒΒ ένα προϊόν που μετέπειτα αποδείχθηκε τοξικό, η Lehman Brothers θα πήγαινε στη δίπλα και, πληρώνοντας κάτι παραπάνω, θα έπαιρνε τον καλό βαθμό.

Οπως αποδείχθηκε από μαρτυρίες πολλών, αυτό το κίνητρο («ο πελάτης έχει πάντα δίκιο και ΑΑΑ προϊόντα») μεταφερόταν αυτούσιο σε όλη τη διοικητική δομή των επιχειρήσεων. Οι προαγωγές και τα μπόνους ήταν σε άμεση εξάρτηση από την... εκτίμηση που έτρεφαν στους πελάτες, οι οποίοι με τη σειρά τους τούς έτρεφαν. Δηλαδή, η αγορά αυτή λειτουργούσε κάπως σαν την παλιά αγορά των ιδιωτικών σχολείων, πριν αποδιαρθρωθεί η δημόσια εκπαίδευση και ισοπεδωθούν τα θαλερά πρότυπα σχολεία. Οι εύποροι έδιναν κάτι παραπάνω, αλλά ο κανακάρης τους αποκτούσε απολυτήριο.

Είναι ακατανόητη η τελευταία υποβάθμιση των ελληνικών ομολόγων και η στήλη αυτή δεν μπαίνει σε συνωμοσιολογίες κερδοσκοπικών παιχνιδιών. Η αιτιολόγηση που εξέδωσε η Moody’s είναι «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε (ίσως) με τους πελάτες που πριν από δύο χρόνια κάψαμε». Μπορεί να ξέρουν κάτι παραπάνω (που στη δημόσια αιτιολόγηση δεν ομολογούν), ίσως πάλι μετά την παταγώδη αποτυχία του 2007 να έγιναν υπέρ το δέον συντηρητικοί. Αν ισχύει το δεύτερο τότε έχουμε την άλλη όψη του λάθους που έκαναν πριν από το 2007. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει πολλά, παρά μόνο να επιταχύνει πιο αποφασιστικά στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 9.3.2011