Ελλάδα - Ιρλανδία: Βίοι ασύμπτωτοι και μετά την κρίση

on . Posted in Kόσμος


Για τον Αμερικανό δημοσιογράφο Μάικλ Λιούις το πάρτι των πιστώσεων την περίοδο 1990 - 2008 δεν ήταν απλώς χρήμα. Ηταν πειρασμός. Στο τελευταίο του βιβλίο γράφει ότι τα δανεικά «προσέφεραν σε ολόκληρες κοινωνίες την ευκαιρία να αποκαλύψουν κάποιες πτυχές του χαρακτήρα τους, στις οποίες υπό κανονικές συνθήκες δεν θα είχαν την πολυτέλεια να ενδώσουν. Ολόκληρες χώρες ενημερώθηκαν ότι "τα φώτα έσβησαν, μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε και κανείς δεν θα το μάθει ποτέ". Κάθε λαός ήθελε να κάνει διαφορετικά πράγματα με αυτό το χρήμα όσο τα φώτα θα έμεναν σβηστά. Οι Αμερικανοί ήθελαν να αποκτήσουν σπίτια, πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτά που επέτρεπαν οι οικονομικές τους δυνατότητες και να επιτρέψουν στους δυνατούς να εκμεταλλεύονται τους αδύνατους. Οι Ισλανδοί ήθελαν να αφήσουν το ψάρεμα και να γίνουν στελέχη επενδυτικής στρατηγικής... Οι Γερμανοί ήθελαν να γίνουν πιο Γερμανοί... όταν τους δόθηκε η ευκαιρία να πάρουν κάτι τσάμπα οι Γερμανοί απλώς αγνόησαν την προσφορά. "Δεν σημειώθηκε πιστωτική έκρηξη στη Γερμανία" λέει ο (υφυπουργός Οικονομικών) Γκέοργκ Ασμούσεν. "Οι τιμές των ακινήτων παρέμειναν εντελώς αμετάβλητες"... Ολες αυτές οι διαφορετικές κοινωνίες επηρεάσθηκαν από το ίδιο γεγονός, αλλά κάθε μία αντέδρασε με τον δικό της ιδιόμορφο τρόπο. Αλλά καμιά αντίδραση δεν ήταν τόσο ιδιόμορφη όσο των Ελλήνων...».

Το σχετικό για την Ελλάδα κεφάλαιο του βιβλίου, έχει τίτλο «Καθένας για την πάρτη του».

Πιο έκπληκτος, πάντως, και από την επίσκεψή του στην Ελλάδα, ο Μάικλ Λιούις είναι για την Ιρλανδία. Οχι γιατί «έσκασε», αλλά για το γεγονός ότι το πολιτικό της σύστημα φόρτωσε στον λαό τα χρέη των τραπεζών και ο λαός δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό.

Το «δεύτερο ιρλανδικό θαύμα» ήταν μια φούσκα που τροφοδοτήθηκε από την ακίνητη περιουσία και τις ανέλεγκτες τράπεζες που μοίραζαν αφειδώς ξένα δανεικά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η Ιρλανδία ήταν φτωχότερη από την Ελλάδα. Οπως γράφει στο τελευταίο του βιβλίο ο Παύλος Τσίμας, «το 1985 η Ιρλανδία είχε κατά κεφαλήν εισόδημα 20% χαμηλότερο απ’ ό,τι η Ελλάδα και η ανεργία ήταν κοντά στο 20% (7% στην Ελλάδα) και το δημοσιονομικό χρέος 102% του ΑΕΠ (το ελληνικό ήταν 54%). Είκοσι χρόνια αργότερα, το 2005, το βιοτικό επίπεδο της Ιρλανδίας ήταν κατά 40% υψηλότερο του ελληνικού, η ανεργία είχε σχεδόν μηδενιστεί και το δημόσιο χρέος (το οποίο στην Ελλάδα ήταν πια 110%), είχε περιοριστεί στο 30% του ΑΕΠ, ακριβώς επειδή το ΑΕΠ –ο ετήσια παραγόμενος εθνικός πλούτος– είχε στο μεταξύ αυξηθεί με ραγδαίους ρυθμούς».

Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του επιπλέον πλούτου δημιουργήθηκε εξαιτίας του «πρώτου ιρλανδικού θαύματος». Η Ιρλανδία είχε προχωρήσει σε ένα γενναίο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, είχε απελευθερώσει την οικονομία της και έγινε προορισμός ξένων επενδύσεων στην Ευρωπαϊκή Ενωση. «Μέσα σε 15 χρόνια», είπε στον Π. Τσίμα, ο Ιρλανδός Ντέιβιντ Μακ Ουίλιαμς «οι αμερικανικές επενδύσεις στην Ιρλανδία ήταν διπλάσιες απ’ ό,τι στην Κίνα και στην Ινδία μαζί... Το 2000 τέλειωσε η πρώτη φάση. Η δεύτερη αρχίζει με την ένταξη της Ιρλανδίας στο ευρώ, το 2001. Ηταν τα χρόνια των φθηνών δανεικών. Τα επιτόκια έπεσαν. Οι τράπεζες έχασαν τα λογικά τους. Η χώρα έχασε τα λογικά της. Δημιουργήθηκε μια φούσκα στις τιμές των ακινήτων...».

Η φούσκα του «δεύτερου ιρλανδικού θαύματος» έμελλε να σκάσει. Προειδοποίησε γι’ αυτή ο άσημος –τότε– καθηγητής Οικονομικών στο University College του Δουβλίνου Μόργκαν Κέλι. Αυτός το 2006 είδε αυτό που οι τυφλωμένοι, από τη φρενήρη άνοδο των αξιών ακινήτων, δεν μπορούσαν να δουν. Το 2006, το 20% του εργατικού δυναμικού της Ιρλανδίας ήταν στις κατασκευές και από αυτόν τον τομέα παραγόταν το 25% του ΑΕΠ, έναντι ενός ποσοστού 10% που είναι σε μια φυσιολογική οικονομία. Οπως γράφει ο Μάικλ Λιούις «η Ιρλανδία έχτιζε κάθε χρόνο τα μισά καινούργια σπίτια απ’ όσα έχτιζε το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο είχε όμως δεκαπενταπλάσιο πληθυσμό να στεγάσει... από το 1994 η μέση τιμή ενός σπιτιού στο Δουβλίνο είχε αυξηθεί πάνω από 500%... Από το 2000 η χορήγηση δανείων προς τους κλάδους των κατασκευών και της ακίνητης περιουσίας είχε αυξηθεί από το 8% των χορηγήσεων των ιρλανδικών Τραπεζών (που ήταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος) στο 28%. Εκατό δισεκατομμύρια ευρώ –ή ουσιαστικά, το άθροισμα όλων των καταθέσεων σε ιρλανδικές τράπεζες– είχαν δοθεί μόνο σε ιρλανδικές επιχειρήσεις ανάπτυξης εμπορικών ακινήτων».

Δεν ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που δημιουργούνταν ένας τέτοιος πυρετός αξιών. Για παράδειγμα, τον Φεβρουάριο του 1637 στην Oλλανδία, ένας βολβός τουλίπας πουλήθηκε για 5.200 φιορίνια. Tο ποσό αυτό αντιπροσώπευε το διπλάσιο από τα ετήσια κέρδη ενός μικρομεσαίου εμπόρου και 20 φορές την τιμή οχτώ καλοθρεμμένων γουρουνιών. Ηταν η καλύτερη εποχή για το εμπόριο «τουλίπας»: οι περισσότεροι Oλλανδοί αγόραζαν και πουλούσαν «τουλίπες» με μανία. Βάζουμε σε εισαγωγικά τη λέξη τουλίπα, διότι όταν κατέρρευσε η αγορά δεν υπήρχαν καθόλου... τουλίπες! Oι άνθρωποι επένδυαν σε futures τουλίπας. Xρηματοδοτούσαν τη σπορά του λουλουδιού και συναλλάσσονταν με τα δικαιώματα που θα είχαν στον καρπό. Aγόραζαν και πουλούσαν, πιθανές αποδόσεις. Το ίδιο συνέβαινε σε πολλές περιπτώσεις και στην Ιρλανδία. Πολλοί αγόραζαν δικαιώματα σπιτιών (από τα σχέδια) για να τα πουλήσουν μετά ακριβότερα.

Η φούσκα στην Ιρλανδία ήταν προβλέψιμη, αλλά κανείς -πλην ελαχίστων- δεν ήθελε να τη δει. Oι τράπεζες δανείζονταν φθηνά, διοχέτευαν αυτά τα λεφτά σε μεγάλο ποσοστό στην κτηματαγορά και όσο υπήρχαν δανεικά, οι τιμές των ακινήτων φούσκωναν. Μόλις κόπηκαν τα δανεικά, οι τιμές των ακινήτων κατέρρευσαν, αλλά μαζί τους κατέρρευσε και η ιρλανδική οικονομία.

Για να γίνει όμως το τελευταίο χρειάστηκε και μια εγκληματική πολιτική απόφαση από το τότε κυβερνών κόμμα. Ο τότε υπουργός των Οικονομικών, Μπράιαν Λένιχαν, αποφάσισε να εγγυηθεί το ιρλανδικό κράτος εκτός από τις καταθέσεις και τις υποχρεώσεις των τραπεζών προς τρίτους. Ετσι το δημοσιονομικό έλλειμμα από μηδενικό που ήταν το 2007 έφτασε στο 32,4 το 2010. Μαζί με τη φούσκα του δεύτερου ιρλανδικού θαύματος κινδυνεύει να χαθεί πλέον και το πρώτο.

Για να πάρει την καταστροφική απόφαση για την Ιρλανδία, ο τότε υπουργός Οικονομικών Μπράιαν Λένιχαν ζήτησε συμβουλές. Επισκέφθηκε τον Ντέιβιντ Μακ Ουίλιαμς, τον οικονομολόγο που ήταν από τους λίγους που προειδοποιούσαν για τη «φούσκα». Οπως διηγήθηκε ο ίδιος στον Παύλο Τσίμα, «του είπα ότι ασφαλώς η κυβέρνηση θα έπρεπε αμέσως να εγγυηθεί όλες τις καταθέσεις στις τράπεζες για να αποφύγει έναν τραπεζικό πανικό. Εκείνη την εποχή το ύψος των καταθέσεων ήταν 175 δισ. ευρώ. Αλλά του είπα επίσης, ότι η κυβέρνηση έπρεπε ταυτόχρονα να διαπραγματευτεί με τους ξένους πιστωτές και μετόχους τα χρέη των τραπεζών».

Οι δεύτεροι που ρώτησε ήταν η αμερικανική επενδυτική εταιρία Merill Lynch. Στην έκθεσή του ο αμερικανικός χρηματοπιστωτικός κολοσσός έγραφε ότι οι ιρλανδικές τράπεζες χαρακτηρίζονταν από «υγιή θεμελιώδη μεγέθη». Ο επικεφαλής του αρμόδιου για τις τράπεζες κρατικού ρυθμιστικού φορέα της Ιρλανδίας (σ.σ.: ρόλο που στα δικά μας έχει η Τράπεζα της Ελλάδος) Πάτρικ Νίρι «λειτούργησε ως φερέφωνο των απόψεων της Merill Lynch».

Για τον Μάικλ Λιούις, συγγραφέα και καλό γνώστη της χρηματοπιστωτικής κρίσης, «με βάση τα ιστορικά και παγκόσμια δεδομένα, η απόφαση να καλυφθούν (σ.σ.: οι υποχρεώσεις των τραπεζών από το κράτος) δεν φαντάζει απλώς παράξενη αλλά αυτοκτονική. Μια χούφτα Ιρλανδοί τραπεζίτες δημιούργησαν χρέη της τάξης των 100 δισεκατομμυρίων ευρώ... Τα χρέη ήταν ιδιωτικά -αποτελούσαν οφειλές τους προς τους επενδυτές από όλο τον κόσμο- και παρ’ όλα αυτά ο ιρλανδικός λαός ανέλαβε να τα πληρώσει, λες και αποτελούσαν υποχρέωση του Δημοσίου... Αν, τέλος πάντων, οι Ιρλανδοί ήθελαν να σώσουν τις τράπεζές τους γιατί να μην εγγυηθούν μόνο τις καταθέσεις;», αναρωτιέται ο Λιούις.

Το δεύτερο ερώτημά του αφορά και εμάς: «Στην Ελλάδα το χρήμα το δανείστηκε το Δημόσιο: τα χρέη είναι χρέη του ελληνικού λαού, αλλά ο λαός δεν θέλει να έχει καμιά σχέση με αυτά. Οι Ελληνες έχουν ήδη βγει στους δρόμους με βίαιες διαθέσεις και έχουν σπεύσει να βρουν ανθρώπους εκτός Ελλάδας για να ρίξουν το φταίξιμο για τα προβλήματά τους... Οι Ελληνες αναρχικοί στέλνουν γράμματα βόμβες σε Γερμανούς πολιτικούς και εκτοξεύουν μολότοφ εναντίον της αστυνομίας τους. Στην Ιρλανδία το χρήμα το δανείστηκαν μερικές τράπεζες και όμως ο κόσμος δεν φαίνεται απλώς διατεθειμένος να το εξοφλήσει, αλλά το κάνει και χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό».

Είναι ολοφάνερο, γράφει ο Μάικλ Λιούις, «ότι η πορεία που ακολούθησαν ολόκληρα έθνη όταν τους διατέθηκε αφειδώς χρήμα λέει πολλά γι’ αυτά: για τις επιθυμίες, τους καταναγκασμούς, την κρυφή τους άποψη για τον ίδιο τους τον εαυτό. Το πώς αντέδρασαν όταν τους πήραν το χρήμα ήταν εξίσου αποκαλυπτικό...». Για την Ελλάδα ο Λιούις δεν καταλήγει σε ευχάριστα συμπεράσματα. Το σχετικό κεφάλαιο τελειώνει ως εξής: «Αυτή η χώρα δεν λειτουργεί συλλογικά. Λειτουργεί ως συνονθύλευμα από εξατομικευμένα μόρια, που καθένα έχει μάθει να επιδιώκει τα δικά του συμφέροντα σε βάρος του κοινού καλού...». Μάλλον δεν είμαστε έτσι, αλλά πρέπει να αποδείξουμε το αντίθετο. Με συλλογική, αλλά θετική δράση για την έξοδο από την κρίση.

 

Διαβάστε

- Michael Lewis, «Μπούμερανγκ. Ταξίδια στον νέο τρίτο κόσμο: Ελλάδα Ισλανδία, Ιρλανδία, Γερμανία, ΗΠΑ», εκδ. Παπαδόπουλος

- Παύλος Τσίμας, «Το ημερολόγιο της κρίσης. Νέα Υόρκη Σεπτέμβριος 2008, Αθήνα Οκτώβριος 2011» εκδ. Μεταίχμιο

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 18.12.2011