Μνημείο δημο...σκοπιμότητας

on . Posted in MME & πολιτική


Και για να ‘χουμε το καλό ρώτημα: ποιος όρισε τον κ. Πρωτόπαπα, ή τον εκάστοτε υπουργό Τύπου, χωροφύλακα του περιεχομένου των ΜΜΕ; Από πότε τα θέματα ελευθερίας της έκφρασης είναι «δευτερεύουσας "συμβολικής" σημασίας»; Από πότε «η πληροφόρηση για τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά πράγματα» έγινε «δημόσιο αγαθό» που χρήζει την προστασία του κράτους; Κι επειδή στην Ελλάδα όλα πλέον είναι δημόσια αγαθά, μήπως πρέπει να μας εξηγήσουν οι φωστήρες του υπουργείου Τύπου σε ποιο κιτάπι βρήκαν γραμμένο τον ορισμό των δημόσιων αγαθών;

Το ηπιότερο που μπορεί να ειπωθεί για την «Πρόταση του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης για τη Διαμόρφωση ενός Ρυθμιστικού Πλαισίου για τις Δημοσκοπήσεις και τις Μετρήσεις Τηλεθέασης και Ακροαματικότητας» είναι ότι ...έχει μεγάλο τίτλο. Το ευγενέστερο ότι: «του κοντού ποσοστού (που παίρνει το ΠΑΣΟΚ) οι δημοσκοπήσεις του φταίνε». Το καλύτερο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι: είναι άχρηστο. Και το πιο σωστό ότι μπορεί να γίνει επικίνδυνο.

Κατ' αρχήν μπλέκει τις μετρήσεις ακροαματικότητας και τηλεθέασης με τις δημοσκοπήσεις. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μονοπωλιακά φαινόμενα -και επιτέλους, έστω, μετά μια δεκαετία ξύπνησε ο κ. Πρωτόπαπας. Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε αγορά η οποία λειτουργεί. Με προβλήματα (τα οποία τίθενται στον δημόσιο διάλογο και κρίνονται) αλλά πάντως λειτουργεί. Για παράδειγμα: προ λίγων εβδομάδων έγινε μια δημοσκόπηση για τη δίκη της «17 Νοέμβρη». Ο γράφων κι άλλοι διαφώνησαν με τη δομή του ερωτηματολογίου. Δημοσιεύτηκαν άρθρα, υπήρξαν απαντήσεις, έγινε ένας στοιχειώδης διάλογος και δεν χρειάστηκε ο χωροφύλαξ που προτείνει το 38σέλιδο κείμενο του υπουργείου Τύπου. Δεύτερο παράδειγμα: προ μηνών δημοσιεύτηκε μια τηλεφωνική δημοσκόπηση για την πρόθεση ψήφου. Δεν πληρούσε όλα τα επιστημονικά κριτήρια. Βγήκε ο ίδιος ο κ. Πρωτόπαπας, την έκραξε δεόντως, υπήρξαν απαντήσεις και βγήκαν συμπεράσματα χωρίς να χρειάζεται η Επιτροπή των δημοσκοπήσεων που ο υπουργός τώρα προτείνει.

Χειρότερο από τα μέτρα που προτείνονται καθαυτά είναι το εισαγωγικό σημείωμα το οποίο επιχειρηματολογεί για την αναγκαιότητα των ρυθμίσεων. Αποτελεί μνημείο κρατικοπαρεμβατικού κρετινισμού. Γράφει για παράδειγμα: «Η θέση κατά των ειδικών ρυθμίσεων προβάλλει ως θεμελιώδες επιχείρημα την ελευθερία της έκφρασης» Σ.Σ.: σωστά μέχρις εδώ. Συνεχίζει: «Ως αδυναμίες της εν λόγω θέσης θα μπορούσαν (sic) να υποδειχθούν: δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η λανθασμένη δημοσιοποίηση (!) μιας δημοσκόπησης ή η δημοσιοποίηση μιας παραπλανητικής δημοσκόπησης, ενώ ακόμα και αν αυτές αντιμετωπιστούν εκ των υστέρων, πιθανώς να έχουν επιφέρει κάποια αποτελέσματα» (sic). Δίκιο έχουν, αλλά το ίδιο δεν ισχύει και για τις ειδήσεις και για τις απόψεις που δημοσιεύονται στις εφημερίδες; Βάλτε στην παραπάνω φράση όπου «δημοσκόπηση» τη λέξη «είδηση». Τα ίδια ισχύουν. Ποιο θα είναι, λοιπόν, το επόμενο βήμα του υπουργείου Τύπου; Θα κάνει «Επιτροπή Ελέγχου των Ειδήσεων»; Πιθανόν, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το υπουργείο Τύπου γι' αυτό δημιουργήθηκε από την δικτατορία του Μεταξά και γι' αυτό κάποιος κάποτε πρέπει να το καταργήσει.

Υπάρχουν πολλά ακόμη που πρέπει να σημειωθούν αλλά θα σταθούμε μόνο σε ένα: στη συγκρότηση του εποπτικού οργάνου. Ξαναφτιάχνεται μια Επιτροπή (προσλαμβάνουν αυτοί, πληρώνουμε εμείς) η οποία φυσικά δεν πρόκειται να λειτουργήσει. Εδώ έχουμε 13 χρόνια ραδιοτηλεοπτικής αναρχίας και το έρμο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης δεν μπόρεσε ακόμη να σταθεί στα πόδια του, θα λειτουργήσει η Επιτροπή Πρωτόπαπα για τις δημοσκοπήσεις; Εκεί που αληθινά χρειάζεται κοινωνική παρέμβαση, εκεί που χρησιμοποιούνται πραγματικά δημόσια αγαθά (οι ραδιοσυχνότητες) η Πολιτεία έδειξε ασυγχώρητη (αν και πολύ κατανοητή) ολιγωρία. Στις δημοσκοπήσεις βρήκαν τώρα πεδίο δόξης λαμπρό;

Το συμπέρασμα είναι ένα: δεν χρειάζεται ρύθμιση για τις δημοσκοπήσεις και κρατικός έλεγχος στην Τύπο. Αν μια δημοσκόπηση είναι κακή κράζεται δεόντως στην πολιτική αντιπαράθεση. Το μόνο πρόβλημα που υπάρχει αφορά τις εταιρίες που κάνουν δημοσκοπήσεις για κρατικούς φορείς και εκλογικά γκάλοπ. Καθόλου παράδοξο το γεγονός ότι επ' αυτού σιωπά το υπουργείο. Παραμένει όμως μέγα θέμα προς συζήτηση, αλλά όχι προς αστυνόμευση...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 12.11.2003