Ο φόβος φυλάει τα έρμα και της πολιτικής...

on . Posted in MME & πολιτική


Δηλαδή, αν δεν υπήρχε και ο φόβος των δημοσιογράφων, τι θα έλεγε και πώς θα εκφραζόταν ο κ. Χρήστος Μαρκογιαννάκης για τον αρχιτέκτονα της κάθαρσης στη Δικαιοσύνη, τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτρη Λινό; Τι χαρακτηρισμούς θα χρησιμοποιούσε; Και πόσο ανεπίσημη μπορεί να είναι μια κουβέντα που διατυπώνεται με τόσο επίσημη ορολογία: «Ως και αυτός ο ανόητος, γιατί εγώ δεν έχω παρά μόνο αυτό το χαρακτηρισμό να του πω, και αγράμματος συν τοις άλλοις, κάνει κάποιες ενέργειες...»; Όπως και να το κάνουμε, σε μια φιλική παρέα κανείς δεν εκφράζεται έτσι. Είναι πιο χαλαρός...

Πέρα από αυτό, ο κ. Μαρκογιαννάκης χρησιμοποίησε το επιχείρημα των κομματικών φίλων. Μα, αν η επίμαχη μάζωξη ήταν συγκέντρωση «κομματικών φίλων», τότε υπερισχύει το πολιτικό στοιχείο. Οι κομματικοί φίλοι δεν συγκεντρώνονται για να περνούν καλά και να λένε μια κουβέντα παραπάνω. Μαζεύονται, σαν έρχεται ο υπουργός στο χωριό, για να ακούσουν τις θέσεις της κυβέρνησης, για να πάρουν την πολιτική γραμμή την οποία με τη σειρά τους θα περάσουν στην τοπική κοινωνία. Κι εδώ προκύπτει το ερώτημα: Ο κ. Μαρκογιαννάκης κατέβασε στους κομματικούς του φίλους κεντρική γραμμή του υπουργείου του ή την προσωπική του;

Τα τελευταία χρόνια κυκλοφορεί το ιδεολόγημα του ιδιωτικού χώρου των πολιτικών, το οποίο υποτίθεται ότι παραβιάζουν οι δημοσιογράφοι με την έρευνά τους. Μπούρδες. Καταρχήν, οι ίδιοι οι πολιτικοί βάζουν την προσωπική τους ζωή στη δημόσια αρένα. Μέχρι να εκλεγούν και κατά τη διάρκεια του πολιτικού τους βίου φωτογραφίζονται με τις συζύγους τους, δίνοντας την άρρητη υπόσχεση στους ψηφοφόρους τους ότι είναι καλοί οικογενειάρχες. Αυτό που θεωρούν καλό κομμάτι της προσωπικής τους ζωής το θέλουν στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας. Αντιθέτως, αυτό που θεωρούν κακό μέρος της προσωπικής τους ζωής θέλουν να καλύπτεται από σιωπή. Είναι αυτό υποκρισία ή δεν είναι;

Το ίδιο συνέβη και με την συγκέντρωση του κ. Μαρκογιαννάκη στο Καστέλι των Χανίων. Ακούσατε καμιά διαμαρτυρία διότι υπήρξε κοτζάμ δίστηλο στην τοπική εφημερίδα για μια «φιλική» (και ως εκ τούτου «ιδιωτική») συγκέντρωση του αποπεμφθέντος υπουργού; Όχι. Αντιθέτως, ιδιωτικός βίος βαφτίστηκαν οι τρεις αράδες που τον εξέθεσαν πολιτικά. Πάντα έτσι γίνεται με όλους. Επικαλούνται το «ιδιωτικό» σε ό,τι τους εκθέτει και το «δημόσιο» σε ό,τι τους προβάλλει.

Αυτή η α λα καρτ χρήση του «ιδιωτικού» χρωματίζεται πολλές φορές με παράπλευρα συναισθήματα, π.χ. «φόβου», στη λειτουργία τους. Πολλοί λένε: «Τι θα γίνει; Πρέπει να φοβόμαστε μην πούμε καμιά κουβέντα παραπάνω;» Φυσικά όχι. Αντιθέτως, θα λέγαμε ότι η πολιτική διαδικασία θα ήταν πολύ πιο υγιής αν οι πολιτικοί δεν φοβούνταν να πουν μια κουβέντα παραπάνω.

Το πρόβλημα με τον κάθε κ. Μαρκογιαννάκη είναι πως αυτή η «παραπάνω κουβέντα» εκστομίζεται μόνο μπροστά σε «κομματικούς φίλους» και όχι ενώπιον του λαού που τον εξέλεξε.

Αν, δηλαδή, η εκτελεστική εξουσία νιώθει ότι η δικαστική δεν κάνει καλά τη δουλειά της, υπάρχει μείζον θεσμικό πρόβλημα. Αυτό πρέπει να εκτεθεί στον ελληνικό λαό ανοιχτά και να επιλυθεί με πολιτικό τρόπο. Δεν μπορεί ένα τέτοιο σημαντικό πρόβλημα να κρύβεται κάτω από το χαλί και ο ελληνικός λαός να το μαθαίνει διότι έτυχε να πει μια κουβέντα παραπάνω ένας υφυπουργός και έτυχε να είναι παρών ένας δημοσιογράφος και έτυχε να δημοσιευτεί σε μια τοπική εφημερίδα των Χανίων.

Δηλαδή, αν δεν υπήρχε ο κ. Ξεκουκουλοτάκης, δεν θα μαθαίναμε ποτέ ότι οι άνθρωποι που εκλέξαμε πιστεύουν (δικαίως ή αδίκως -δεν έχει σημασία...) ότι οι λειτουργοί του δεύτερου πυλώνα της Δημοκρατίας δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους;

Αυτά είναι ζητήματα που λύνονται με πολιτικό τρόπο ενώπιον του ελληνικού λαού. Δεν στοιχειώνουν τους εφιάλτες των υπουργών κι εμείς (οι οποίοι, σημειωτέον, λουζόμαστε τις επιπτώσεις των κακών χειρισμών είτε της εκτελεστικής είτε της δικαστικής εξουσίας) να τα μαθαίνουμε από το παραμιλητό τους. Με άλλα λόγια, αν δεν υπήρχε ο κ. Ξεκουκουλοτάκης θα έπρεπε να εφευρεθεί, μπας και μάθουμε τι στην ευχή σκέφτονται στα διάφορα υπουργεία για την πολιτική ζωή και τους θεσμούς αυτού του τόπου...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 15.1.2006